4 Μαΐου 2008

Προ-θέρους λέξεις.



Περπατούσα αμέριμνος στον κεντρικό σταθμό του Λονδίνου, και παρατηρούσα, (με μία μικρη δόση ζήλιας για να είμαι ειλικρινής), τους ταξιδιώτες να περιμένουν το τρένο, που σε λίγες ώρες θα τους έβγαζε στο κέντρο της Ευρώπης. Άλλοι Παρίσι, άλλοι Βρυξέλλες. Και άλλοι, ποιος ξέρει που αλλού. Στα ακουστικά μου, έπαιζε το Summer Wine, τραγούδι που σημάδεψε το περασμένο καλοκαίρι του 2007 των Vile . Στα μάτια μου δε, περνούσαν εικόνες ανθρώπων που δεν φοβούνται το ταξίδι και που με την πρώτη ευκαιρία παίρνουν ένα από τα πολλά μεταφορικά μέσα για να γνωρίσουν νέα μέρη, νέους τόπους. Νέοι γονείς, με τα παιδιά είτε στην αγκαλιά, είτε στην πλάτη, ενώ άλλα δεμένα με ένα σχοινί για να απομακρύνονται αλλά.. ελεγχόμενα. Και μετά, είσαι ξαπλωμένος στον Ναυαγό (γνωστό beach-bar της Χαλκιδική, που ως γνωστόν σαν τη Χαλκιδική δεν έχει), και ακούς το διπλανό ζευγάρι να λέει μοιρολατρικά, «πού να πάμε τώρα διακοπές, το παιδί είναι μικρό, δεν μας το κρατάει η μαμά» και όλα αυτά, που όλοι μας έχουμε, είτε πει, είτε ακούσει. Ή ακόμα περισσότερο απεχθάνομαι τη δήλωση «ε, μα Νίκο μου, μόνοι μας, χωρίς τα παιδιά θα πάμε διακοπές, να χαρούμε λίγο ο ένας τον άλλο». Πόσες φορές δεν θέλησα να πεταχτώ και να διακόψω παρόμοιες συζητήσες ζευγαριών και να πω, «μέρα που περνάει δεν ξαναγυρνάει», και να διηγηθώ ιστορίες όπου εγώ και ο αδερφός μου μοιραζόμασταν το πίσω κάθισμα στα ταξίδια του μπαμπά και της μαμάς. Ταξίδια, που ομολογώ ότι δεν θα με αφήσουν ποτέ να μεγαλώσω. Ή δε θα αφήσω εγώ, ποιος ξέρει. Και θα θέλω να κρύβομαι σε εκείνο το πίσω κάθισμα, όπου λεφτά, δόξα, σπουδές κι επιτυχία, δεν είχαν καμμία σημασία. Μεγαλύτερη επιτυχία, ήταν λίγο περισσότερο κάθισμα και η επόμενη καντίνα στο δρόμο για το Ναύπλιο. Ένα Νάυπλιο, που πέρα από πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, είναι και η πρώτη πρωτεύουσα της δικής μου παιδικής αναζήτησης. Αυτό, ζηλεύω από τις χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Δεν ζηλεύω ούτε τους μεγάλους δρόμους, ούτε τα καλύτερα αυτοκίνητα. Τους γονείς που, με μία άλλη μορφή μάρσιπου, κουβαλάνε τα παιδάκια τους μαζί, σε ταξίδια μακρινά που στο μελλον θα φαντάζουν σαν εικόνες από παραμύθι. Ένα παραμύθι, όπου στα αθώα μάτια των παιδιών οι γονείς θα φαντάζουν ισάξιοι σε γνώσεις, με τον Ρόμπερτ Λάνγκτον, τον ήρωα του Κώδικα Ντα Βίντσι.

Κάπου εκεί το Summer Wine τελείωσε, το τραίνο έφυγε παίρνωντας μαζί όλους αυτούς που τολμούν να προχωρήσουν και άφησε πίσω, όσους δεν χωρούν στην Ιστορία. Και όσους περιμένουν να ζήσουν το αύριο, ξεχνώντας το σήμερα.

Καλή εβδομάδα!

29 Απριλίου 2008

Ηθικής το Ανάγνωσμα.


Η δύση της ενιαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τοποθετείται χρονικά στις 4 Σεπτεμβρίου του 476 με τελευταίο αυτοκράτορα τον Ρωμύλο-Αύγουστο. Στη συνέχεια, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία γνώρισε μεγάλη ακμή, ώσπου το 1453 κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς. Κοινό τους στοιχείο, η αλαζονεία αυτοκρατόρων και διοικούντων, και η διαφθορά της κοινωνίας. Ιδιαίτερη σημασία, όμως, έχει το γεγονός πως πίσω από τις παρανομίες ηθικού περιεχομένου, που προβάλλονται συνήθως, φώλιαζε η πολιτική διαφθορά, η πολιτική αλαζονεία και ο αποπροσανατολισμός του κοινωνικού ιστού. Δηλαδή, των ανθρώπων.

Είναι σίγουρο πως διαβάζοντας τις παραπάνω γραμμές, όλοι ή σχεδόν όλοι, θα ταυτίσετε την τότε παρακμή, με την πραγματικότητα σήμερα. Μια πραγματικότητα που δεν επιβραβεύει τον έντιμο και νομοταγή πολίτη, αλλά τον πολίτη που γνωρίζει να ελίσσεται και να σκύβει το κεφάλι. Μάλιστα, αν συνδέσουμε τα παραπάνω ιστορικά γεγονότα με την σημερινή πραγματικότητα, θα πιστέψω πως μάλλον φταίει ο αέρας που αναπνέουμε, μια και όλα έγιναν και γίνονται στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολική Ευρώπης.

Μια από τις σκέψεις που μου ερχόταν διαρκώς στο μυαλό την εβδομάδα που μας πέρασε, ήταν ένα άρθρο που διάβαζα προ μηνός, σε εφημερίδα της Μεγ. Βρετανίας, η οποία έγραφε τα εξής: Πάρα πολλοί Βρετανοί, έχουν πάρει την απόφαση να μην τεκνοποιήσουνε για χάρη των παιδιών που θα φέρνανε στη ζωή. Μπερδεμένο; Ναι. Αλλά συνάμα συνετό και γενναίο.

Γιατί, ας αναρωτηθούμε τί έχουν δει τα μάτια μας, και τί έχουν ακούσει τα αυτιά μας τους πρώτου μήνες του 2008. Ας αναλογιστούμε λίγο ποίες ηθικές αξίες, περνούν μπροστά από τα μάτια μας καθημερινά, με τη μορφή καταιγιστικών εικόνων σε τηλεόραση και περιοδικά.

Η πλήρης απαξίωση της πολιτικής, το εύκολο χρήμα, τα ακριβά αυτοκίνητα και η οικονομική επιτυχία με κάθε μέσο, έχουν θέση παντού. Από τα δελτία ειδήσεων και τις απογευματινές εκπομπές, έως τις τηλεοπτικές σειρές. Καμία ηθική.

Θα έγραφα παραφράζοντας γνωστή φράση, «Καμία ανοχή στην ηθική». Αυτό φαίνεται πως επιδιώκεται σήμερα. Στην πολιτική και κατ’ επέκταση στην κοινωνία.

Σύμφωνα με τις εκθέσεις των οργανισμών για τη Διεθνή Διαφάνεια, οι Έλληνες σε ποσοστό 13,5% δίνουν «φακελάκι», ενώ για παράδειγμα η Πολωνία (που και αυτή κατέχει υψηλή θέση), δίνει μόλις 4,4% του πληθυσμού. Για να αντιληφθούμε το μέγεθος του προβλήματος της διαφθοράς της χώρας μας, πρέπει απλά να σκεφτούμε πως το μέσο ποσοστό της διαφθοράς της Ευρώπης είναι μόλις 1,8%, 700 φορές μικρότερο από αυτό της Ελλάδας.

Μάλιστα, η πλήρης απαξίωση μιας κοινωνίας έρχεται όταν δέχεται να ξε-πουλήσει/καταστρέψει την ιστορία της. Διότι, δεν μπορεί από τη μία μεριά να επιθυμούμε, δικαίως, από τη Διεθνή Κοινότητα να μας στηρίξει στο θέμα της ονομασίας των Σκοπίων και από την άλλη εμείς να καταστρέφουμε τον αρχαιολογικό μας πλούτο. Αν δεν τον θέλουμε εμείς, είμαι σίγουρος πως πολλά μουσεία του εξωτερικού θα έδιναν γη και ύδωρ για να τον εκθέσουν. Και μαζί να διαφημίσουν την Ελλάδα. Τόσο μυαλό θέλει; Ή μήπως η Ελλάδα του 21ου αιώνα, η Ελλάδα του σκληρού πυρήνα της Ευρώπης, η Ελλάδα του Μίκη Θεοδωράκη και της Μελίνα Μερκούρη, έχει χάσει τον προσανατολισμό της; Τον έχει χάσει. Υπάρχει, όμως, φως στο τούνελ; Υπάρχει. Κι ας τρεμοσβήνει. Αρκεί, οι άνθρωποι καθημερινά να κάνουμε βίωμα και πράξη την ηθική, που σαν ελληνική λέξη γνωρίζουμε καλύτερα τί σημαίνει. Κάνοντας το καθημερινά, είναι σαν να συνεισφέρουμε στην βελτίωση της ποιότητας της ζωής μας. Όσο ουτοπικό κι αν φαίνεται αυτό.

Γιατί ας μη ξεχνάμε, πως αν ο ένας που διαχειρίζεται 1000 ευρώ θα κλέψει 100, ο άλλος που διαχειρίζεται 100.000.000 ευρώ θα κλέψει 1.000.000.00 ευρώ. Και ας μην διαμαρτυρόμαστε. Ας το δεχτούμε. Εγώ προτείνω, όμως, να μην το δεχτούμε για χάρη τον αυτών που θα λερθουν μετά από εμάς, για χάρη αυτών στους οποίους θα παραδώσουμε τούτη την κοινωνία. Για τον πολίτη, για την πολιτική, για μια meta-κοινωνία που θα αναδυθεί, αφήνοντας πίσω όσους δεν συμμορφωθούν, τους αφήνοντας πίσω τους ανήθικους.