Μπαίνεις στο αμάξι και ανάβεις τη μηχανή για να ζεσταθεί. Κοιτάς τον σκύλο, που αραχτός απολαμβάνει αυτό το κρύο πρωινό του φθινοπώρου. Τον ζηλεύεις. Νομίζω πως είμαστε ο μόνος λαός, που ζηλεύει τα αδέσποτα σκυλιά. Αυτό λέει πολλά για την ψυχοσύνθεσή μας. Για την ανάγκη μας για περιπέτεια. Πώς γίναμε έτσι, όμως. Αλλοτριωθήκαμε; Εξευρωπαϊστήκαμε; Εξ-λογικευτήκαμε; Ιδού η απορία. Εμένα, πάντως, δεν μου αρέσει.
Το φθινόπωρο κέρδισε επάξια τη θέση του στο πάνθεον των εποχών με τις ισχνές αγελάδες. Ή μάλλον με τις ανύπαρκτες αγελάδες, γιατί και τις ισχνές τις φάγαμε. Δεν μας έμεινε τίποτα. Ταυτόχρονα, ακούς, διαβάζεις, βλέπεις, τους απανταχού πολιτικούς να αυξάνουν τα νούμερα των φορολογικών τους δηλώσεων και να μαλώνουν σαν τα κοκόρια, για το ποιος διανύει τον πολυτελέστερο βίο. Κι εσύ μένεις εκεί, θεατής απλός και απορείς αν τα ποσά αυτά υπάρχουν στην πραγματικότητα ή είναι πλασματικά. Όπως οι μετοχές που δίνανε απόδοση 15%, σε μια εποχή που ο ρυθμός ανάπτυξης δεν ξεπερνούσε το 3%.
Ταυτόχρονα, εγώ παραμένω να κοιτώ το νέο δημαρχιακό μέγαρο, να μου κλείνει τη θέα του αριστουργηματικού Βυζαντινού Μουσείου και το αναντικατάστατης σημειολογικής σημασίας Γ’ Σώμα να χάνεται πίσω από τα μάρμαρα, που με τη χάρη μιας υπέρβαρης χορεύτριας ανασηκώνονται για να ντύσουν το δημοτικό κτίσμα. Παράλληλα, τα μαγαζιά της Βασ. Όλγας κλείνουν με τρομακτικό ρυθμό, ενώ η Τσιμισκή, πρώτη φορά, μοιάζει τόσο ήρεμη, επιχειρηματικά. Σε μια πόλη, που αντί να ανοίξει τα φτερά της, κλείνει τους κατοίκους της σε μια ατέρμονη εσωστρέφεια. Εμείς, ας υποσχεθούμε στον εαυτό μας να συμμετέχουμε σε δράσεις, όπως της Metapolis και του Libertine (από το Libre) Σπύρου Βούγια για μια πόλη, που θα ανήκει στους πολίτες της, στο πράσινο και στα (τι άλλο) αδέσποτα σκυλιά! Υπόσχομαι!

