11 Ιανουαρίου 2009

Έλληνα με πληγώνεις.









Το 2008 δεν έφυγε. 

Έμεινε για πάντα στο πληγωμένο μας κορμί. 

Το 2008 έφυγε. 

Δεν χαίρομαι κι ας λένε οι πολλοί. 

Αν ευχόμαστε να περάσει ο χρόνος, είναι σαν ευχόμαστε τον θάνατο, έλεγε ο αγαπημένος καθηγητής των 17. Δεν το εύχομαι κι ας λένε οι πολλοί. Ποτέ μου δεν έχω βιώσει τόση απόγνωση από τόσους νέους. Δεκαεπτά χρόνια μαθητής, επτά χρόνια φοιτητής και part time συνοδός σε πενταήμερες, δύο χρόνια υποψήφιος διδάκτωρ και καθηγητής. Ποτέ ξανά. Βλέπεις, κι εμείς υποκινήσαμε καταλήψεις, πορείες, κι εμείς συγκρουστήκαμε με μια Ελλάδα που βλέπαμε πως ερχόταν. Την Ελλάδα της μίζας, το φακελάκι, το λάδωμα, της προμήθειας, της εκκλησίας. Κανείς, όμως, δεν μας άκουσε, διότι η οικονομική κρίση δεν είχε έρθει. Από εκεί ξεκινούν όλα κι ας λένε οι πολλοί. Τα ακριβοπληρωμένα τζιπ, οι gasol eaters, οι ερωμένες, οι εραστές, τα φλερτ, η μεθυστική ζωή που ήταν κάτι το καινούριο για όλους. Όλα υποθηκευμένα σε μια τράπεζα. Μα, η τράπεζα έκλεισε. Μεγαλωμένος σε μια οικογένεια που το λάδωμα δεν είχε θέση ούτε στη φαντασία της, πάντοτε απορούσα για το πώς οι γιατροί που τα παίρνουν, διδάσκουν ηθική στα παιδιά τους. Απλά, δεν μπορούσα να το συλλάβω. Τώρα μπορώ. Δεν τους διδάσκουν.

Ξυπνάς ένα πρωί σ’ αυτή την πόλη που αγαπάς, παίρνεις το ποδήλατο (κι ας λένε οι πολλοί) και κατηφορίζεις την Εγνατία. Βλέπεις στα αριστερά σου πέτρες και την σημαία της αναρχίας κρεμασμένη στο Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (τι ανώτατη προσβολή για την παιδεία). Τσουλάς προς την Τσιμισκή χωρίς δυσκολία και απορείς. Απορείς για τις βιτρίνες που δεν έχουν τζάμι. Για τις τράπεζες που μοιάζουν λεηλατημένες. Για τους αστυνομικούς που φαίνονται ηττημένοι. Προς στιγμήν νομίζεις πως δεν ζεις τον εαυτό σου, αλλά το δεύτερο σου εγώ στο secondlife.com. Αγοράζω ένα βιβλίο και επιστρέφω σπίτι. Πάντοτε ήθελα να ζω στις σελίδες του. Ποτέ όμως, όσο τώρα.

Ξαφνικά Έλληνα συνειδητοποίησες πως δεν σου αρέσει η ζωή που δημιούργησες. Μα πώς να σου αρέσει, όταν διαβάζεις τα λιγότερα βιβλία στην Ευρώπη, αλλά καταναλώνεις τα περισσότερα τσιγάρα. Συνειδητοποίησες πως η Mercedes δεν είναι αυτοσκοπός και δεν θα γεμίσει το κενό που σου άφησε το διαζύγιο. Ξαφνικά συνειδητοποίησες πως δεν σου αρέσει η κυβέρνηση που ψήφισες και η σήψη και η δυσοσμία που εσύ δημιούργησες. Και έρχεται ένα παιδί, με μπούκλα στο μαλλί και σου το δείχνει. Δεν αντέχεις την αλήθεια και το σκοτώνεις. Εν ψυχρώ. Μαζί του σκοτώνεις κάθε ελπίδα για αλλαγή. Μαζί του ανασταίνεις την ελπίδα πως θα σκοτώσει τον κακό σου εαυτό.

Ονειρεύτηκα ένα σπίτι στο βουνό, χωρίς τηλεόραση, με το τζάκι αναμμένο, πάνω στην παλιά ξυλόσομπα της γιαγιάς να σιγοβράζει ο τέντζερης με το νερό και να μου ντύνει τις πιο γλυκές σκέψεις, καθώς στην ξύλινη κούνια αποκοιμιέται αυτός που θα κάνει αυτά που δεν έκανα εγώ. Αλήθεια όμως. Εκεί μακριά στο βουνό. 

Καλή μας εβδομάδα..

5 Ιανουαρίου 2009

Γράμμα στον στρατιώτη.

Στρατιώτη σου στέλνω ένα γράμμα,

Οι λαοί ξεχνούν στρατιώτη. Ακόμα κι αν σε τιμήσουν, έπειτα θα σε φτύσουν, δεν αξίζει να πολεμάς στρατιώτη. Δεν αξίζει να σκοτώνεις παιδιά. Βλέπεις, πάει πάνω από μισός αιώνας, που κι εσύ ζούσες κατατρεγμένος, σ' άλλο κορμί, με άλλο μυαλό αλλά με την ίδια ψυχή . Στρατιώτη θυμήσουν πως θα ξεχαστείς. Αλλά οι πράξεις σου θα μείνουν. Πράξεις βίας και μίσους. Κανείς δεν θα σε χαϊδέψει στο κεφάλι επαινετικά. Όλοι θα αποτραβηχτούν και θα μείνεις μόνος, τις κρύες νύχτες που θα σε λούζει ο ιδρώτας. Γιατί οι ψυχές των παιδιών που σκοτώνεις, έχουν τη δύναμη να σε στοιχειώνουν. Κοιμήσου κι ονειρέψου τους προγόνους σου και πόσο ντρέπονται για τις πράξεις σου. Ναι, αυτοί που ζήσανε κατατρεγμένοι. Ναι, αυτοί που αδικήθηκαν στρατιώτη. Κι εσύ με περηφάνεια σκοτώνεις αμάχους και παιδιά. Με περηφάνεια σκοτώνεις για ένα σκοπό που αδυνατείς να κατανοήσεις. Και στο ενδιάμεσο, το χαος. Κι εσύ σκοτώνεις τον καιρό σου, σκοτώνοντας αυτούς που αδικήθηκαν, που πόνεσαν, που, ίσως, έσφαλαν επίσης. Ντροπή σου.