5 Φεβρουαρίου 2009

Η φαντασιακή τελετουργία της εξέγερσης, του Σπύρου Βούγια.

Καθώς κινούμαι καθημερινά στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης για τη δουλειά μου (στην οποία, παρεμπιπτόντως, βρήκα και πάλι, παρά τα μεγάλα προβλήματα, ένα χώρο στοιχειώδους εσωτερικής ηρεμίας και αξιοπρέπειας), παρακολουθώ τις διαρκείς μεταλλάξεις της φοιτητικής ζωής τα τελευταία χρόνια και προσπαθώ να κατανοήσω τα αίτια και τα σύμβολα της νέας ρητορικής που την εκφράζει.
 Ειδικά στο Πολυτεχνείο (και ακόμη περισσότερο στην πτέρυγα και τους χώρους της Αρχιτεκτονικής) έχει σταδιακά κυριαρχήσει και τελικά θεσμοθετηθεί και παγιωθεί μια νέα κατάσταση, που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε «κουλτούρα εξέγερσης» αν δεν είχε το μειονέκτημα να κείται αποκλειστικά σε φαντασιακό επίπεδο. Γκράφιτι και συνθήματα, επιτηδευμένο χάος, εφημερίδες τοίχου και πανώ, μεταβιομηχανική αισθητική στα όρια της εγκατάλειψης, αδέσποτα που συμβολίζουν τη μοναξιά και τη χαμένη επαφή με τη φύση και τα χαϊδεύουν τρυφερά παιδιά αραγμένα στο διάδρομο με ράστα ή πανκ αναφορές.
 Καθώς περνάω από μπροστά τους για το μάθημα και δέχομαι τα καχύποπτα και θυμωμένα βλέμματα τους, παλεύουν μέσα μου ανάμικτα αισθήματα. Από τη μια μεριά συμπάθεια, κατανόηση και ανεκπλήρωτη διάθεση για ένα διάλογο που δεν θα γίνει ποτέ γιατί οι ίδιοι δεν τον επιθυμούν. Κι από την άλλη θλίψη και οδύνη για τα ερείπια του δημόσιου πανεπιστημίου, την εργαλειακή σχέση των φοιτητών με τη γνώση, την έλλειψη περιεχομένου και νοήματος, την απειλή της βίας που εκρεμμεί παντού στο χώρο του υποτιθέμενου αλλά ανύπαρκτου ασύλου.
Πρόκειται για μια εμπειρία εκπτωτική γιατί επικρατούν μεταφυσικές αλήθειες που δεν πέρασαν ποτέ από την αντιπαράθεση επιχειρημάτων στα αμφιθέατρα αλλά επιβάλλονται από περιχαρακωμένες ομάδες. Γιατί δεν υπάρχει απορία ή αμφισβήτηση ούτε επιθυμία για μάθηση αλλά ούτε έρωτας ή, έστω, ανοχή για τις απόψεις των άλλων.
 Πιστεύω πως όλη αυτή η «κουλτούρα εξέγερσης», που, όπως θα λεγε κι ο Αλεξανδρινός ποιητής «μόνο στο μυαλό και στη φαντασία βρίσκεται» δεν είναι παρά μια τελετουργία ενηλικίωσης που καταλήγει σε βίαιη κοινωνική ενσωμάτωση. Όταν με το τέλος των σπουδών και την απαξίωση του πτυχίου οι ψευδαισθήσεις καταρρεύσουν και από την θαλπωρή της ιδρυματικής θερμοκοιτίδας του ασύλου βρεθεί ξαφνικά κάποιος χωρίς εφόδια στην ανοιχτή και αφιλόξενη στέπα της αγοράς.
Το Ελληνικό Πανεπιστήμιο ιδρύθηκε και κινείται ακόμη με όρους επιστημονικού διαφωτισμού και όχι με προδιαγραφές επαγγελματικής κατάρτισης. Η εσωτερική του διάβρωση από την φαντασιακή τελετουργία της εξέγερσης που βιώνουν θεατρικά οι φοιτητές (και κολακεύουν ιδιοτελώς κάποιοι διδάσκοντες) υπονομεύει την ηθική και πνευματική του διάσταση και αδυνατίζει την αντίσταση του στις επιθέσεις που δέχεται από παντού.
Και για να εξηγούμαστε: μου αρέσει πολύ το πάθος και η ενέργεια των παιδιών και ζηλεύω τη δυνατότητα τους να ονειρεύονται και να απαιτούν τα πάντα. Άλλο όμως η αναπαράσταση και η απομίμηση ενός άλλου κόσμου και άλλο η κατανόηση της σημερινής πραγματικότητας μέσω της γνώσης και η ανατροπή της.

* Ευχαριστώ τον ταχυδρόμο για την παραχώρηση του χωροχρόνου του σ'αυτό εδώ το blog. 

31 Ιανουαρίου 2009

Ο ταχυδρόμος θυμάται και νοσταλγεί.

Με αφορμή μία συνάντηση φίλων στο Soul την εβδομάδα που μας  πέρασε, θυμήθηκα ένα από τα πιο όμορφα σαββατοκύριακα μου. Όταν βρισκόμουν, φοιτητής ακόμα, στο Portsmouth και η τύχη με έφερε να περνάω τις μέρες μου παρέα με τον Κώστα Χαλκιά, τον Γιάννη Σκοπελίτη και τον Ivica Mornar (γνωστός σε μας ως Moka), που έτυχε την χρονιά του μεταπτυχιακού μου, αυτοί να παίζουν μπάλα στους Pompey.  Νομίζω πως και οι τέσσερις, σε συνδυασμό, καταφέραμε να κάνουμε την διαμονή μας σ'αυτή την ηλιόλουστη Βρετανική πόλη, πιο όμορφη και διασκεδαστική. Τί οι 2ωροι μεσημεριανοί καφέδες, τί τα γεύματα στην ελληνική ταβέρνα, οι βόλτες στο Λονδίνο και φυσικά η μπάλα. Φτάσαμε στο σημείο να κάνουμε ημίωρη επανάληψη του ΑΜΑΝ τα καθάρματα, κατα τη διάρκεια των δείπνων μας, και καταφέρναμε να κάνουμε και τους Σέρβους/Βρετανούς φίλους να λύνονται στα γέλια. Ο Χαλκιάς δε, έδινε ρεσιτλαλ μιμούμενος τον Ψινάκη, του οποίου τη φωνή μιμείται απίθανα. 
Ένα από αυτά τα Σαββατοκύριακα, λοιπό, μόυ τηλεφωνεί ο Μοκα και μου λέει:
- Έϊ Νίκος, δεν αντέχω άλλο είμαι τραυματίας και δεν αντέχω να κάτσω άλλο εδώ (άσχετα αν ήταν μόνιμα τραυματίας). Πάμε στις Βρυξέλλες; Αύριο θα είμαστε πίσω. Έχω συνεννοηθεί με φίλους και θα κάνουμε ένα Σέρβικο γλέντι και αύριο γυρνάμε. Άντε έλα.
Κι έτσι βρέθηκα έπειτα από 6 ώρες οδήγηση, το πέρασμα της Μαγχης και την κούρσα στους δρόμους της Γαλλίας και του Βελγίου, στην ανεπίσημη Ευρωπαϊκή πρωτεύουσα.
Κατευθυνθήκαμε αμέσως στη Σέρβικη ταβέρνα, όπου και μας περίμεναν, 2 φίλοι του Μόκα, καθώς στη συνέχεια κατεύθαναν κι άλλοι, κυρίως Σερβοκροάτες. Η Σέρβικη ταβέρνα ήταν πολύ συμπαθητική και αρκετώς κόσμος που εργαζόταν στην ΕΕ κατεύθανε εκεί για να απολαύσει ένα διαφορετικό δείπνο. Πολύ κοντά στα δικά μας. Τα Ελληνικά.
Μόλις φτάσαμε εκεί λοιπόν, ο Μόκα κάνει τις συστάσεις.
- Νίκος από εδώ ο Pedrag και από εδώ ο Milan. Κια οι δύο εκπληκτικοί τύποι με πολύ χαβαλέ, γέλια και σαμπάνιες να πηγαίνουν και να έρχονται. Κατά τη διάρκεια της βραδιάς όμως, πολύ Βέλγοι έρχονταν με έντονη αμηχανία να ζητήσουν αυτόγραφα, από τους δύο νέους μας φίλους. Να υπογραμμίσω, πως ο ταχυδρόμος δεν παρακολουθεί ποδόσφαιρο. Μάλιστα, αυτό μου έχει προσφέρει πολλές συγκινήσεις - όπως τη συγκεκριμένη. Άρχισε λοιπόν, όσο αυτξάνονταν η προσέλευση, και εγώ μεθούσα από τις σαμπάνιες που έφταναν τον διψήφιο αριθμό,  η περιέργιά μου, να γίνεται πολύ έντονη και προσπαθούσα να καταλάβω από τα αυτόγραφα, τα επίθετά τους. 
-Mi - Ja
-Ra -c.
Δεν γίνεται σκεφτόμουν. Πρέπει να μάθω. Μετά από πολλά αυτόγραφα κατάλαβα πως μεθούσα παρέα με έναν Mijatovic και έναν Rapaic. Που, πάλι δεν μου έλεγε τίποτα. ΤΙΠΟΤΑ. Ποιοι είναι αυτοί συνέχιζα να σκέφτομαι, καθώς κέρδιζα το ενδιαφέρον της παρέας, μιας και λόγω της άγνοιάς μου, μεθούσα και κάναμε τρελό χαβαλέ. Κάποια στιγμή, όμως, περίεργος να μάθω, τηλεφωνώ στον Άνθιμο -συγκάτοικο και ποσδοφαιρόγκαβλο- και του λέω:
-Ρε συ, ένας Predrag Mijatovic και ένας Milan Rapaic είναι σημαντικοί; Εκσταστιασμένος αυτός μου περιγράφει το ποδοσφαιρικό τους μεγαλείο. Την σημαντικότητά τους. Την σπουδαιότητα της στιγμής.

Εγώ, όμως, είχα πιει ήδη 13 μπουκάλια σαμπανια (με τη βοήθεια του Μόκα) και πλέον κανένα νέο δεν μπορούσε να με κομπλάρει. Κι έτσι, ο ταχυδρόμος, είχε μια ξεχωριστή εμπειρία μεθυσιού και συζητήσεων με τους 2 μύθους του ευρωπαϊκού ποδοσφάιρου, χωρίς καν να το καταλάβει.. Ωραία ζωή!