21 Μαρτίου 2009

Ένα μόνο ένα..

Ξεκινάω. Φωνάζω. Δεν βλέπω. Κοιτώ το είδωλό μου στον καθρέφτη μιας πολυκατοικίας, που αγχωμένη σηκώνει το βάρος των ενοίκων της. Όχι άλλο Χατζηγιάννη. Όχι άλλο ακατάσχετη ανοησία ψευτο-καψούρας και έρωτα. Όχι άλλο κουλτούρα της υποκρισίας και της αχαλίνωτης φαντασίας των αναρχοαυτόνομων καπηλευτών της τέχνης. Όχι άλλο επιθεώρηση.

Δεν θέλω άλλους δημάρχους σε πρεμιέρες θεατρικών της οκάς. Όχι άλλους βολευτές, που με τα στρόγγυλα φλώρικα γυαλιά τους κρύβουν τις πιο διεστραμμένες τους ιδέες για το δημόσιο βίο. Σε μια πόλη που δεν ονειρεύεται. Σε μια χώρα που δεν ελπίζει πέρα από το να πηδήξει τη γυναίκα του γείτονα. Του φίλου. Του κουμπάρου. Του διπλανού. Σε τι μπορεί να ελπίζει η Ιστορία. Σε τι μπορεί να ελπίζει ο ποιητής. Σε τι μπορείς να ελπίζεις εσύ. Στο χούφτωμα του άγνωστου gay που με θάρρος κατακτητή θέλει να σου αποδείξει το αναπόδεικτο.  

Κοιτώντας με στα μάτια βλέπεις πως παρά το χάος μιας ασυντόνιστης ειλικρίνειας και  παιδικής ελαφρότητας, ελπίδα δεν υπάρχει. Ή υπάρχει. This is the question. Σε σένα. Σε μένα. Σ’ αυτό που μας χωρίζει. Ενώνει. Παράλληλες γραμμές που τέμνονται στον άπειρο ορίζοντα της ασημαντότητάς μας μπροστά στην πέτρα, στον βράχο, στο σίδερο. Θα είναι εκεί. Εμείς όχι. Θα είμαστε αλλού. Πιο καλά.

Είναι ώρες που οι ώμοι μου δεν σηκώνουν την ανθρώπινη φύση. Τα υποστυλώματα μοιάζουν αδύναμα να κρατήσουν τα μπράτσα που με ευαισθησία κοιτούν τον κόσμο που με ταχύτητα και κακία στροβιλίζεται σε αυτό που αποκαλούμε σύμπαν. Το ανθρώπινο σύμπαν. Το σκυλίσιο σύμπαν είναι πιο απλό. Αγαπάς. Γλύφεις. Σε χαϊδεύουν. Ευτυχία.

Χάδια. Έρωτας. Αγάπη. Μίσος. Αγάπη. Έρωτας. Φιλί. Χάϊδεμα. Στοργή. Αγκαλιά. Δάκρυ. Ένα δάκρυ. Και μετά τίποτα. Χάρισέ μου ένα δάκρυ και ξέχασέ με για πάντα. Ένα αληθινό δάκρυ. Δυνατό σαν τον τυφώνα. Ζωντανό σαν το νεογέννητο, που κλαίει εγκαταλείποντας την φροντίδα της μάνας. Πνιγηρό σαν το ποτάμι. Έντονο σαν αυτά που μου λες όταν σου λέω σ’ αγαπώ. Και μένεις εκεί ακίνητος. Ή μάλλον, περίπου ακίνητος. Ευκίνητος στην ακινησία μιας αγάπης.  Ένα δάκρυ. Δώσε μου ένα δικό σου δάκρυ. Και πάρε μου τα πάντα..  

19 Μαρτίου 2009

Να γελάσω ή να κλάψω;

Σε καιρούς αφθονίας:

οι τελωνειακοί τα παίρνανε, οι εφοριακοί το ίδιο, η πολεοδομία το ίδιο, η αστυνομία το ίδιο, οι καθηγητές το ίδιο, οι συγκοινωνιολόγοι το ίδιο, οι παπάδες το ίδιο.

Και τώρα θέλουν και αύξηση! Να κλάψω ή να γελάσω. Ντροπή και αηδία. Σε μια εποχή που υπάλληλοι απολύονται. Οικογενειάρχες μένουν στο δρόμο και βλέπουν το βιος τους να διαλύεται. Εργάτες δέχονται μειωμένο ωράριο για να μην απολυθεί κανένας συνάδελφοςς. 

Προσέξτε κύριοι γιατί αν χρεωκοπήσει το κράτος, και εσείς θα απολυθείται. Και η οικονομία μπαλατζάρει..   

(Ονόματα και διευθύνσεις είναι τυχαία)

18 Μαρτίου 2009

Αποβολή και έξοδο από το 35'.



Κωστάκη πέρασε σε παρακαλώ να πάρεις τη σύνταξή σου μπας και ανθίσει η οικονομία ξανά..

15 Μαρτίου 2009

Έλληνα με πληγώνεις (ΙΙ).

Με τη δημοσιογραφική αλητεία. Με την αποδόμηση του πολιτικού συστήματος. Κατηγορώ τους δημοσιογράφους. Τρέφονται με τη σάρκα της Δημοκρατίας. Με τη δύναμη της αδυναμίας τους να αποδειχθούν πιο δυνατοί από ότι τους γέννησε η δύσμοιρη μάνα. Με την απαξίωση της πολιτικής. Ναι, υπάρχουν και αξιόλογοι  πολιτευτές. Αξιόλογοι δημοσιογράφοι. Ξοδεύουν τις περιουσίες που δημιούργησαν με κόπο για να προσφέρουν σ’ αυτόν εδώ τον τόπο.  Αν όμως το εκλογικό σώμα επιλέγει ρουσφετολόγους και ξανθιές δεν ευθύνεται το σύστημα. Ο κακός μας ο καιρός ευθύνεται. Και η ανανδρία μας. Άντρες γυναίκες. Για τη βίζιτα δεν σου φταίει η ζωή.  Δείξτε μου ένα μοντέλο που πεινάει. Για το πιο καινούριο μοντέλο SLK εκδίδονται. Και εμείς το επιτρέπουμε. Το ξέχνάμε. Το περνάμε στα ψηλά. Το αποδεχόμαστε.

Ακούω offradio. Δεν μου κάνει καλό. Γιατί με κάνει να σκέφτομαι την πραγματικότητα. Δεν γουστάρω τις ξανθιές παρουσιάστριες που πηδιούνται για καλύτερη εκπομπή. Και οι μελαχρινές. Δεν γουστάρω να σπάνε βιτρίνες στο Κολωνάκι και στην Εγνατία και κανείς δεν επεμβαίνει. Έχω μόνιμα ένα ρόπαλο Baseball κάτω από το κάθισμα του αυτοκινήτου. Των Yankees. Εκλιπαρώ να μου δοθεί μια ευκαιρία να το χρησιμοποιήσω. Δεν μου αρέσει η σύγχρονή ελληνική πραγματικότητα.

Από τα 17 ξοδεύω τα χρήματά μου για να την βελτιώσω. Δεν σπάω του συνανθρώπου το κατάστημα. Κατεβαίνω στις εκλογές. Χάνω. Πληγώνομαι. Ασπρίζουν τα μαλλιά μου πιο γρήγορα απ τη στεναχώρια. Παρόλα αυτά δεν τα σπάω. Τα σπάω μόνο σ’ αυτούς που τα σπάνε. Αλλά  κυρίως στους γονείς τους. Το μόνο πράγμα στον κόσμο για το οποίο δεν χρειάζεσαι άδεια. Το πιο σημαντικό. Ο κάθε μαλάκας γίνεται γονιός.

Εξοργίζομαι. Πνίγομαι που μετά από 5 χρόνια ξεχνάμε ότι κάποια έκανε βίζιτα και πήρε το Mercedes. Κάνει οικογένεια. Κι αν εσύ το θυμάσαι. Είσαι μικρόψυχος, σου λένε. Καίγεται όλη η Ελλάδα. Μου δίνουν 3000 ευρώ. Ξεχνώ τα δέντρα. Τα πουλιά. Τα φίδια άλλωστε ποτέ δεν πεθαίνουν. Ψηφίzω την ίδια κυβέρνηση. Καταστρέφει την οικονομία. Την αξιοπρέπεια.  Απογυμνώνει την εκκλησία. Απογυμνώνει το ισχυρό στοιχείο του Ελληνισμού. Συνεχίζω να τη στηρίζω. Είμαι μαλάκας.

Περπατώ στην Τσιμισκή. Περπατώ στην Oxford. Περπατώ στην Place de la Concorde. Περπατώ στην Via Veneto. Περπατώ στην Qeenza. Οι άνθρωποι διαφορετικοί. Οι άνθρωποι ίδιοι. Έλληνα με πληγώνεις. Με πληγώνεις γιατί έχεις χάσει την ελληνικότητά σου. Γι’ αυτήν που με σταματούσαν κάτι περίεργοι στο Τόκιο και με θαυμασμό με ρωτούσαν αν είμαι ギリシャ語.

Είμαι.  Και δεν θα αφήσω τα λαμόγια να με κάνουν να το απαρνηθώ. Θα έρθει πάλι ο καιρός, που ο ουρανός θα είναι (ο) πιο γαλανός..