22 Ιουλίου 2009

Χύθηκε η θάλασσα.

Θυμάμαι. Εσύ είσαι ταξιδιωτης, μου είπε. Του ύπνου ονειρευτής. Σε φοβάμαι. Φοβάμαι να αφεθώ. Φοβάμαι να στηριχθώ. Κοσμοπολίτης. Του κόσμου πολίτης. Και ονειρεύεσαι. Κανείς από τους πρώην μου δεν ονειρευόταν. Δεν το κάνουν πλέον οι άνθρωποι. Έχω να ονειρευτώ χρόνια, κάτι πέρα από οικογενειακούς καυγάδες. Ζήλιες. Σκέτη ταλαιπωρία. Κι έτσι αποφάσισα να μην κοιμάμαι. Μαζί μου θα κοιμάσαι, της είπα. Και της σιγοψιθύρισα το ευχαριστώ μεσα από αυτό το ποίημα, που με γλαρωμένα τα μάτια μου ήρθε στο νου. Το είχα γράψει, πάνε χρόνια τώρα, στο δρόμο για τη Σαϊπάν, μια βραδια που τα πεφταστέρια μου σκεπάζαν τον ουρανό. Σε ένα πλοίο λευκό, περιτριγιρισμένος από άγνωστους γνωστούς. Το βρήκα και σας το αφιερώνω.

Κοιτάς μα δεν με βλέπεις στο γαλάζιο τ’ ουρανού, που το φως αντανακλά τη μαγεία τούτου εδώ του κόσμου, κοιτάς μα δε σαλεύεις στο φως του νεκρικού κουτιού, μαντάτα σου στέλνει δίχως να’ ναι εκεί.

Κι εγώ είμαι εδώ, μεταξύ εκεί κι εδώ
, μα ακόμα κι αν μείνω εδώ, δεν θα ’μαι ποτέ, και εκεί να πάω εδώ δεν θα έρθω ποτέ παρά με τη δική σου αγάπη,

Αυτή ταράζει τα νερά.


Ταρακουνάει τη γη, του μυαλού εκείνου
που πήρες ένα μεσημέρι σε μια αμμουδιά δίχως μιλιά, παραμένω και σε κοιτώ εδώ αλλά κι εκεί, πότε εδώ και πότε εκεί.

Με κοιτάς, δεν μου μιλάς,
μόνο μου γνέφεις, το λίκνισμα του κορμιού που το μυαλό σαλεύει, την καρδιά ταράσσει και όλα αυτά στο επειδή.

Το γιατί, άργησε μια μέρα. Έχει χαθεί.


Καλημέρα. Σ'όλου του κόσμου τα παιδιά.

20 Ιουλίου 2009

Χωρίς τίτλο.



Είναι πολλές φορές που κάθομαι μόνος στη βεράντα και κοιτώ το βουνό. Αναρωτιέμαι και θλίβομαι από την ματαιότητα της φθοράς του χρόνου. Ο αδυσώπητος ο χρόνος. Ο Θεός ο ίδιος. Στέκει εκεί και μας κοιτά χασκογελώντας. Μοχθούμε για όλα αυτά που έρχονται και φεύγουν. Για την ματαιότητα του μόχθου μας. Για την ανυπαρξία μιας αγάπης που υπάρχει μέσα μας. Την έλλειψη της πραγματικής της υπόστασης. Όπως ακριβώς, όταν περπατάς και σκέφτεσαι. Όταν γελάς και φοβάσαι. Όταν αγαπάς και αγαπιέσαι. Ο χρόνος στέκει εκεί και γελά. Δώσου ολοκληρωτικά, σου λέει. Μια μικρή φωνή σου ζητά να την αγαπήσεις. Να γεμίσεις. Και γελά. Γιατί, όσο δίνεσαι τόσο περισσότερο θα πονέσεις, σου λέει. Δώσου ολοκληρωτικά σε αυτό, που η καρδιά, σου λέει. Σ’ αυτό που το μυαλό αδυνατεί να συλλάβει. Να ζήσει, να δεχθεί. Έχε γεια.

* Ακούω Λουκιανό. Το "'Ενα γουρούνι λιγότερο". Αλλά εγώ εδώ συννεφιασμένος, όπως πριν πολλά χρόνια, μου είχε πει μια άγνωστη στα νησιά, Γιατί τόσο όμορφο αγόρι, έχεις τα σύννεφα πάνω από τα μάτια; Η μόνη που με κατάλαβε, σ'αυτή την 5 λεπτών συζήτηση. Όπως συνήθιζε να λέει Εκείνη, "Δεν είναι φοβερό πως όλοι θα πεθάνουμε;" Το φοβερό καρδιά μου, είναι το πώς θα ζήσουμε αυτό που μας αναλογεί. Γιατί όπως λέει ο Λουκιανός ..και ξαφνικά παθαίνει συγκοπή.. και μένουν όλα ορφανά.