Θυμάμαι. Εσύ είσαι ταξιδιωτης, μου είπε. Του ύπνου ονειρευτής. Σε φοβάμαι. Φοβάμαι να αφεθώ. Φοβάμαι να στηριχθώ. Κοσμοπολίτης. Του κόσμου πολίτης. Και ονειρεύεσαι. Κανείς από τους πρώην μου δεν ονειρευόταν. Δεν το κάνουν πλέον οι άνθρωποι. Έχω να ονειρευτώ χρόνια, κάτι πέρα από οικογενειακούς καυγάδες. Ζήλιες. Σκέτη ταλαιπωρία. Κι έτσι αποφάσισα να μην κοιμάμαι. Μαζί μου θα κοιμάσαι, της είπα. Και της σιγοψιθύρισα το ευχαριστώ μεσα από αυτό το ποίημα, που με γλαρωμένα τα μάτια μου ήρθε στο νου. Το είχα γράψει, πάνε χρόνια τώρα, στο δρόμο για τη Σαϊπάν, μια βραδια που τα πεφταστέρια μου σκεπάζαν τον ουρανό. Σε ένα πλοίο λευκό, περιτριγιρισμένος από άγνωστους γνωστούς. Το βρήκα και σας το αφιερώνω.Κοιτάς μα δεν με βλέπεις στο γαλάζιο τ’ ουρανού, που το φως αντανακλά τη μαγεία τούτου εδώ του κόσμου, κοιτάς μα δε σαλεύεις στο φως του νεκρικού κουτιού, μαντάτα σου στέλνει δίχως να’ ναι εκεί.
Κι εγώ είμαι εδώ, μεταξύ εκεί κι εδώ, μα ακόμα κι αν μείνω εδώ, δεν θα ’μαι ποτέ, και εκεί να πάω εδώ δεν θα έρθω ποτέ παρά με τη δική σου αγάπη,
Αυτή ταράζει τα νερά.
Ταρακουνάει τη γη, του μυαλού εκείνου που πήρες ένα μεσημέρι σε μια αμμουδιά δίχως μιλιά, παραμένω και σε κοιτώ εδώ αλλά κι εκεί, πότε εδώ και πότε εκεί.
Με κοιτάς, δεν μου μιλάς, μόνο μου γνέφεις, το λίκνισμα του κορμιού που το μυαλό σαλεύει, την καρδιά ταράσσει και όλα αυτά στο επειδή.
Το γιατί, άργησε μια μέρα. Έχει χαθεί.
Καλημέρα. Σ'όλου του κόσμου τα παιδιά.
