27 Ιουλίου 2009

Παρίσι Θεσσαλονίκη με σταράκια, ένα λευκό T-Shirt, ένα φουλάρι και ένα μαύρο παντελόνι All Saints. No luggage, please.

Ο δρόμος μου την εβδομάδα που μας πέρασε, με έφερε στο Παρίσι. Με ενδιάμεσο σταθμό το Λονδίνο. Απλά τα πράγματα. Συστημένο και express ταυτόχρονα, το γράμμα έπρεπε να παραδοθεί. Στο Παρίσι, παρουσίασα ένα άρθρο μου (PhD) σε μια κατάμεστη αίθουσα. Στο Λονδίνο, έκλεισα το διαμέρισμα, που ευελπιστώ πως θα είναι το κρησφύγετό μου τα επόμενα χρόνια, για την συγγραφή κειμένων-βιβλίων. Άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο. Marylebone Street. Όσοι πιστοί προσέλθετε.
Το Παρίσι του Σαρκοζί μαγευτικό, παρά τη ζέστη. Η παρέα ήταν πολύ ζεστή και ιδιαίτερα κοσμοπολίτικη. Η Marie, παριζιάνα με τα όλα της. O George, Βρετανός από το Εδιμβούργο. Ο Hose από το Santiago De Compostella και ο Antonio από τη Σικελία. Για καλή μας τύχη η Γαλλίδα ήξερε, κυριολεκτικά, ολόκληρο το Παρίσι και κατάφερε να βρει τραπέζι στο Taillevent. Εδώ πρέπει να επισημάνω, πως το συγκεκριμένο εστιατόριο έχει αναμονή περίπου 30-40 ημέρες. Εμείς, απλά βρήκαμε τραπέζι. Και, δοκιμάσαμε τα πάντα. Εγώ το είχα ήδη επισκεφτεί. Πάνε δυο χρόνια. Ένα ζεστό Μάρτιο. Με την τσαπερδόνα. Τότε, εκείνη δεν φανταζόταν τη ζωή της χωρίς τον ταχυδρόμο της. Τον τελευταίο καιρό, τα γράμματα επιστρέφονταν γιατί δεν έβρισκαν παραλήπτη.

Το εστιατόριο είναι από αυτά που βλέπουμε στις ταινίες. Στις ακριβές παραγωγές. Στην είσοδο, μας περίμενε ο καπετάνιος (ο κύριος με το καπέλο που ανοίγει την πόρτα του ταξί και του κτιρίου). Μία άλλη κυρία, πήρε τα σακάκια μας. Μία άλλη, μας ζήτησε την κράτηση. Όταν πήγα να μιλήσω, είδε την Marie και άρχισαν τα φιλιά. Μας σύστησε. Ενθουσιάστηκε που είμαι Έλληνας. Μου μίλησε για τον Αλιάγα που είναι φίλος της.

*Και εδώ πρέπει να κάνω την παρένθεσή μου. Γιατί όλοι έχουμε τις αδυναμίες μας, τουλάχιστον να μην φοβόμαστε να τις εκφράσουμε. Και ματαιοδοξίες. Πριν πολλά χρόνια, μου είχαν κάνει το καλύτερο κομπλιμέντο ever. Βρισκόμουν στο Παρίσι με μια παρέα Γαλλίδων και περιμέναμε το λεωφορείο. Στη στάση μια διαφήμιση. Το βιβλίο του Αλιάγα. Ωραίος ως Έλλην, ή κάπως έτσι. Και μου λέει η 19χρονη, κούκλα, παριζιάνα. Α! Ο Αλιάγας. Αλλά να ξέρεις, εσύ είσαι πιο όμορφος, μου έγνεψε. Και, ενώ γενικά αν και δεν με γοητεύουν τα κομπλιμέντα για την εξωτερική μου εμφάνιση, λόγω του ότι εκτιμώ τον Έλληνα εμιγκρέ, το καταχάρηκα. Μικρή στιγμή ματαιοδοξίας. Χρεώστετή μου*
Στη συνέχεια, η υπεύθυνη ειδοποίησε τον σερβιτόρο που μας οδήγησε στο τραπέζι μας. Η Marie, μου εξήγησε, πως κρατούν πάντα ένα-δύο τραπέζια σε περίπτωση σαν και τη δική μας. Καθίσαμε στο τραπέζι. Επιλέξαμε το menu degustation με συνοδεία διαφορετικών κρασιών. Αυτό σημαίνει πως με κάθε πιάτο, πίναμε διαφορετικό ποτήρι κρασί, που ο σομελιέ επέλεγε για εμάς. Κοινώς, ντρίλι. Το πρώτο πιάτο ήταν σούπα από σπανάκι. Σε μέγεθος σφηνάκι. Μπα και κάτω. Γευστικός παράδεισος για τον ουρανίσκο μας. Όπως όταν είσαι παιδάκι και η γιαγιά κατεβάζει το βάζο με τις καραμέλες. Είπιαμε ένα ποτήρι ροζέ σαμπάνια. Στη συνέχεια ήρθε το ραβιόλι με γέμιση αυγού. Ήπιαμε άλλο ένα ποτήρι κρασί. Ελπίζω να μην έχετε την απαίτηση να θυμάμαι όλα τα κρασιά. Έτσι; Έλεος. Αρχίσαμε να γκριζάρουμε κιόλας. Χωρίς κακά μαντάτα, για του πονηρούς. Έπειτα από αυτό, ήρθε το τελευταίο ορεκτικό, που δεν ήταν άλλο από ταρτάρ ψιλοκομμένο και αλειμμένο σε ψωμί με σως φράουλας. Λιποθύμησα. Γευστικό όργιο. Ακόμα ένα ποτήρι κρασί. Πιο έντονο. Νομίζω πως αυτό ήταν προελεύσεως Αυστραλίας. Το μόνο μη Γαλλικό, τέλος πάντων.

Ήρθε η ώρα των κυρίως πιάτων. Αυτό το θυμόμουν. Είναι χαρακτηριστικό πως στη συγκεκριμένη επιλογή, ο σεφ σου δίνει να γευτείς κρέας και ψάρι. Το πρώτο κυρίως πιάτο, ήταν φιλέτο μαριναρισμένο σε κρασί για περισσότερο από 2 μήνες και μισοψημένο σε πήλινο σκεύος για περισσότερο από μία ώρα. Το δεύτερο κυρίως πιάτο, ήταν λαβράκι. Φιλέτο από ψάρι ημέρας που ταξιδεύει απευθείας από τα Γαλλικά παράλια (και για να μην παρεξηγούμε, αυτές τις πληροφορίες τις αποσπούσα από τη Marie, έπειτα από συνεχείς ερωτήσεις). Είχα ήδη σκάσει, αλλά και γοητευτεί, συνάμα, από τη Γαλλική κουζίνα. Για ακόμη μία φορά. Τα κυρίως πιάτα, συνοδεύτηκαν φυσικά από 2 διαφορετικά κρασιά. .

Στο τέλος, ήρθαν τα γλυκά. Διάφορα. Μάλλον τα πάντα. Σε μια μεγάλη πιατέλα μαζί με ατελείωτες φράουλες. Μαζί τους ήρθαν και τα χωνευτικά. Ο σου-σεφ βγήκε από την κουζίνα ασπάστηκε την Marie. Μας ρώτησε σε άπταιστα Αγγλικά αν μας άρεσε το γεύμα. Thrilled, απάντησα..

Αυτό που μου άρεσε ιδιαιτέρως ήταν το γεγονός πως το γεύμα ολοκληρώθηκε και ήταν μόνο δέκα το βράδυ. Αφού ευχαριστήσαμε τους πάντες, πήραμε ταξί και καταλήξαμε στο Hilton. Σε ένα εκπληκτικό πάρτι. Νομίζω, πως οι Γάλλοι γενικώς είναι παρεξηγημένοι. Ιδιαίτερος λαός δεν λέω, αλλά σάμπως εμείς τί είμαστε. Δείτε το από τη μεριά του ξένου, που θέλει να ενσωματωθεί στην Ελληνική κοινωνία. Πολύ δύσκολο. Αυτό που ξέρω είναι πως μία από τις πιο ωραίες βραδιές της ζωής μου ήρθε από το πουθενά. Με ανθρώπους, που γνώρισα τυχαία σε ένα συνέδριο. Είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων σ' αυτούς, στο Γαλλικό Πανεπιστήμιο που με κάλεσε και φυσικά στη Marie. Ελπίζω πως με τη βοήθεια του Google translator, να καταφέρει να διαβάσει αυτό το post.

Καλημέρα σας και καλή μας εβδομάδα. Σε λίγο μπαίνει ο Αύγουστος.

ΥΓ. Το T-Shirt μου είναι Amnesty International και πωλείται στα καταστήματα Χιονίδης έναντι 25 ευρώ. Τα αξίζει.

22 Ιουλίου 2009

Χύθηκε η θάλασσα.

Θυμάμαι. Εσύ είσαι ταξιδιωτης, μου είπε. Του ύπνου ονειρευτής. Σε φοβάμαι. Φοβάμαι να αφεθώ. Φοβάμαι να στηριχθώ. Κοσμοπολίτης. Του κόσμου πολίτης. Και ονειρεύεσαι. Κανείς από τους πρώην μου δεν ονειρευόταν. Δεν το κάνουν πλέον οι άνθρωποι. Έχω να ονειρευτώ χρόνια, κάτι πέρα από οικογενειακούς καυγάδες. Ζήλιες. Σκέτη ταλαιπωρία. Κι έτσι αποφάσισα να μην κοιμάμαι. Μαζί μου θα κοιμάσαι, της είπα. Και της σιγοψιθύρισα το ευχαριστώ μεσα από αυτό το ποίημα, που με γλαρωμένα τα μάτια μου ήρθε στο νου. Το είχα γράψει, πάνε χρόνια τώρα, στο δρόμο για τη Σαϊπάν, μια βραδια που τα πεφταστέρια μου σκεπάζαν τον ουρανό. Σε ένα πλοίο λευκό, περιτριγιρισμένος από άγνωστους γνωστούς. Το βρήκα και σας το αφιερώνω.

Κοιτάς μα δεν με βλέπεις στο γαλάζιο τ’ ουρανού, που το φως αντανακλά τη μαγεία τούτου εδώ του κόσμου, κοιτάς μα δε σαλεύεις στο φως του νεκρικού κουτιού, μαντάτα σου στέλνει δίχως να’ ναι εκεί.

Κι εγώ είμαι εδώ, μεταξύ εκεί κι εδώ
, μα ακόμα κι αν μείνω εδώ, δεν θα ’μαι ποτέ, και εκεί να πάω εδώ δεν θα έρθω ποτέ παρά με τη δική σου αγάπη,

Αυτή ταράζει τα νερά.


Ταρακουνάει τη γη, του μυαλού εκείνου
που πήρες ένα μεσημέρι σε μια αμμουδιά δίχως μιλιά, παραμένω και σε κοιτώ εδώ αλλά κι εκεί, πότε εδώ και πότε εκεί.

Με κοιτάς, δεν μου μιλάς,
μόνο μου γνέφεις, το λίκνισμα του κορμιού που το μυαλό σαλεύει, την καρδιά ταράσσει και όλα αυτά στο επειδή.

Το γιατί, άργησε μια μέρα. Έχει χαθεί.


Καλημέρα. Σ'όλου του κόσμου τα παιδιά.