3 Αυγούστου 2009

Παρίσι Θεσσαλονίκη με σταράκια, ένα λευκό T-Shirt, ένα φουλάρι και ένα μαύρο παντελόνι All Saints. Part 2.


Νομίσατε πως η επίσκεψή μου στην μαγευτική πόλη του φωτός θα τελείωνε έτσι; Πάντα ένα καλό ξενύχτι μας οδηγεί σε ένα όμορφο πρωινό. Από δύο απόψεις. Τόσο του hangover, όσο και του χαρακτηριστικού περιπάτου, που κατα-ευχαριστιέμαι. Πάνε κάμποσα χρόνια, που ο δρόμος μου με είχε φέρει για περισσότερους από δύο μήνες στην Ιαπωνική κουλτούρα. Οι εβδομάδες στο Τόκυο, οι μέρες στο Γιαμάγκουτσι και η συναναστροφή με τον Ιαπωνικό λαό με έκαναν να αναθεωρήσω πολλά πράγματα. Το σημαντικότερο από αυτά, ήταν η σχέση μου με το περπάτημα και τη θάλασσα. Δυστυχώς, όχι το περπάτημα πάνω στη θάλασσα. Αυτά τα δύο δεν συνδέθηκαν. Ακόμα. Αλλά, θυμάμαι, χαρακτηριστικά, το καθημερινό, πολύωρο περπάτημα με την Ιαπωνική οικογένεια που με φιλοξενούσε. Τί έκανες μπαμπά στην Άπω Ανατολή; Ηρέμησα, παιδί μου. Γέμισα και έγινα άνθρωπος σωστός. Θα σε στείλω και σένα όταν έρθει η ώρα. Promise.

Αυτή τη φορά βρισκόμουν στην πιο φωτισμένη πόλη της Ευρώπης. Η πτήση μου ήταν στις 3 το μεσημέρι, οπότε το ξύπνημα ήταν βάναυσο. Το τηλέφωνο χτύπησε στις εννιά και η Marie ακούστηκε, από την άλλη μεριά του ακουστικού, με μια χαρωπή φωνή να φωνάζει: Nicola Nicola Bonjour! Σε δέκα λεπτά θα περνούσε να με πάρει με δύο Γάλλους φίλους, τον Jean-Paul και τον Louis. Gay artists. Αλλά πιο straight από πολλούς φίλους, που έχουν περάσει από τη ζωή μου. Το ταξί, ήταν ήδη στην είσοδο, που μας οδήγησε στην Place Madeleine. Μια έκθεση μοντέρνας τέχνης θα εγκαινιαζόταν την επόμενη εβδομάδα και η Marie -έχοντας ανταλλάξει, μαζί της, πολλές απόψεις, το προηγούμενο βράδυ, για το θέμα- ήθελε να την δω. Τα έργα θα φεύγανε στις 3, από το στούντιο του καλλιτέχνη και είχε συνεννοηθεί να τα ρίξουμε μια ματιά, προτού πάρουν το δρόμο της αιωνιότητας στην έκθεση που θα τα φιλοξενούσε (λεπτομέρειες για τον καλλιτέχνη και τα έργα σε επόμενο post, μην τα θέλετε όλα δικά σας). Ο καλλιτέχνης μάς υποδέχθηκε στην είσοδο, αν και γνωρίζαμε πως, μάλλον, δεν θα ήταν ο ίδιος εκεί. Άνοιξε την πόρτα για να φύγει, ακριβώς μόλις χτυπήσαμε για να μπούμε. Bonjour! Bonjour! Ca vas bien? Oh, tu es la grec? είπε με χαριτωμενιά. Je comprends Marie! Je comprends! είπε με νόημα, As tu t'aller! See you soon in Greece! είπε, καθώς το ασανσέρ έκλεινε τις σιδερένιες του πόρτες. Το στούντιο βρισκόταν σε ένα εκπληκτικό κτίριο, με ιστορία 2-3 αιώνων. Αυτό το σιδερένιο ασανσέρ, πάντα με γοήτευε και με μελαγχολούσε συνάμα, σκεπτόμενος όλους αυτούς που ζήσανε σε άλλες εποχές. Πιο αληθινές. Τότε, που ο έρωτας ήταν χρόνια ασθένεια. Και όχι γρίπη. Το στούντιο του, ήταν ένα χάλι. Αναμενόμενο. ΑΛΛΑ τα έργα ήταν μια μαγεία. Ένα αριστούργημα. Τα περισσότερα ήταν κατασκευές, ενώ κάποιοι πίνακες μου θύμιζαν μια μίξη των έργων του Pollock και του Modigliani. Κάτι τόσο, μα τόσο ιδιαίτερο. Τόσο ζωντανό, ταυτόχρονα και απόκοσμο. Τόσο πρωτοποριακό. Θα το δούμε στην Ελλάδα, τον επόμενο χειμώνα αν όλα πάνε καλά. Ανοίξαμε και σας περιμένουμε. Τώρα πήραμε φόρα.

Η ώρα είχε πάει, ήδη, περασμένες δέκα. Ο χρόνος μετρούσε αντίστροφα, γιατί στημία, έπρεπε να πάρω το λεωφορείο για το αεροδρόμιο. Ευτυχώς, περνούσε μπροστά από το ξενοδοχείο. Δεν θα έχανα το χρόνο μου με άσκοπες μετακινήσεις. Κατεβήκαμε τις σκάλες τρέχοντας, όλοι μαζί σαν μικρά παιδιά και σταματήσαμε ένα ταξί. Η Marie, είπε κάτι στον οδηγό, που δεν κατάλαβα. Αλλά, σύντομα το κατάλαβα. Montmartre. Ω τί μαγεία! Μαζί με μια δόση μελαγχολίας και θυμού, που πλανιόταν στη διάθεσή μου. Anger management. Αυτό χειάζομαι. Θυμόμουν, δυο χρόνια πριν, που ο δρόμος μου με είχε φέρει εδώ. Αλλά πιο πολύ μαγεία. Το τώρα είναι πιο σημαντικό, μου είπε η Marie, όταν με είδε να χάνομαι. Δεν ξέρω τί κατάλαβε και το γιατί. Όμως το πέταξε και ήταν σαν χειροβομβίδα, που τα διέλυσε όλα. Εκείνη τη στιγμή, σκέφτηκα να αλλάξω τα εισιτήρια. Αλλά, μάταιος κόπος, γιατί η πτήση της επόμενης ημέρας ήταν ήδη γεμάτη. Την μεθεπόμενη τα παιδιά θα φεύγανε διακοπές, οπότε σκέφτηκα καλύτερα να το επαναλάβω το χειμώνα. Τότε, το Παρίσι θα είναι ένα τρένο μακριά από το Λονδίνο. Tres bien! Η σκέψη μου, όμως, εκεί. Συγκαλυμμένη. Πώς να φύγεις από αυτό το δρόμο; Πως να φύγεις από όλα αυτά που σου γυρνάνε στο μυαλό;

Το ταξί μάς άφησε στους πρόποδες της Μονμάρτης. Εκεί, που για δεκαετίες όλα είναι μαγικά. Αναλλοίωτα Ο χρόνος σταμάτησε. Λες και στο χρονοντούλαπο της νιότης, αυτό το μέρος δεν έχει θέση. Θα είναι πάντα νέο και ζωντανό. Ο Louis, είχε κλείσει τραπέζι σε ένα τα πιο γνωστά μέρη για branch σε ολόκληρο Παρίσι. Το Le Pain Quotidien της ίδιας αλυσίδας branch shop, που είχα φάει αρκετές φορές στη Marylebone του Λονδίνου. Το τραπέζι μας περίμενε. Η ξύλινη επένδυση του εσωτερικού, μου θύμισε, λίγο, το δικό μας .ES, αλλά με τη διαφορά πως στο παράθυρο έβλεπα το μεγαλύτερο παζάρι της Γαλλικής πρωτεύουσας και καθόμουν δίπλα σε τρεις εκπληκτικούς τύπους. Καιρό είχα να γνωρίσω τόσο, μα τόσο δημιουργικούς και ενδιαφέροντες ανθρώπους. Ο Jean Paul, want to be ποιητής και επηρεαστής της Γαλλικής κοινωνίας, γόνος αστικής οικογενείας, που επαναστάτησε νωρίς. Το καταπίστευμα που του είχε αφήσει η γιαγιά του, ήταν αρκετό για δυο ζωές, όπως έλεγε χαριτολογώντας η Marie. Είχε θέμα με τις σεξουαλικές του επιλογές και τον πατέρα του, μου εκμυστηρεύτηκε η Marie. Αλλά, λίγο τον ένοιαζε πια. Ο Louis, ζωγράφος. Χωρίς πολλά χρήματα. Χωρίς πολλές ανάγκες. Οι δύο άλλοι φίλοι του, τον πιστεύανε τόσο πολύ, που στην ουσία τον συντηρούν, για να μην χρειάζεται να δουλεύει και να αφιερώνεται στην τέχνη του.Τελικά αυτά δεν υπάρχουν μόνο στις ταινίες. Απλά και ξεκάθαρα. Postman says.

Το πρωινό πλούσιο. Όλα βιολογικά. Η σαλάτα με λόλο ρόσο, άνηθο, βασιλικό, ντομάτα και η σως από λεμόνι, ξύδι και μαϊντανό, εκπληκτική. Τα αυγά με καραμελωμένα κρεμμύδια και σαλάμι από την πιο παλιά Γαλλική φάρμα ήταν μια ποίηση. Στη μέση, είχαμε μια σειρά από γαλλικά τυριά και σαλάμια. Ο καφές, espresso, και πολύ γρήγορα αποφασίσαμε να ανοίξουμε ένα κόκκινο γαλλικό κρασί. Η ώρα ήταν 11.30. Αλλά, μια καλή παρέα, πάντα θέλει ένα καλό κρασί. Ανοίξαμε ένα Chateau la Botte - Cuvee Prestige και μοσχομύρισε ο αέρας. Αξίζει τα λεφτά του. Δεν μας πήρε περισσότερο από τρία τέταρτα να το καταναλώσουμε και αποφασίσαμε να ανέβουμε το παζάρι και να αγναντέψουμε τη μαγευτική θέα του Παρισιού, από τον Καθεδρικό της Μονμάρτης. Και εκεί εικόνες. Πρόσφατες. Παλιότερες. Του μέλλοντος. Καθίσαμε στα σκαλοπάτια και οι συζητήσεις, οι εικόνες και οι λέξεις μαγικές. Σαν κι αυτές που βλέπεις στις ταινίες. Σαν κι αυτή που είδα στο Paris, je t'aime. Η ώρα πέρασε, μπήκαμε σε ένα ταξί και στη συνέχεια στο λεωφορείο. Η έκπληξη; Ήρθαν και οι τρεις μαζί μου στο αεροδρόμιο. Βλέπετε, οι Γάλλοι δεν αφήνουν ποτέ μια κουβέντα στη μέση. Η αναγγελία ακούστηκε, οι αγκαλιές παίρνανε και δίνανε και η επιστροφή ήταν απλά γεγονός. H Aegean μας φέρνει πιο κοντά.

Ο Σεπτέμβρης είναι κοντά. Ο Αύγουστος μπήκε. Τα πρωτοβρόχια δεν θα αργήσουν και θα έρθουν να εξιλεώσουν την κατάσταση. Ο ταχυδρόμος λειτουργεί με νερό κάτι σαν τα gremlins. Προς το παρόν καλές διακοπές στους αδειούχους, εγώ ετοιμάζομαι για ακόμα μια παράσταση. Αυτή, που η Marie με παρακάλεσε να της τηλεφωνήσω για να ακούσει την κορύφωση του έργου. Λέτε να παρανομήσω; Να τηλεφωνήσω κατά τη διάρκεια; Μετά από αυτό το διήμερο, να της χαλάσω το χατίρι;

Α καλό μήνα σας είπα; Καλό μήνα! Ευχαριστούμεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε!

*PS. Πάρτε και το πρώτο μου χαϊκού, εξαιρετικά αφιερωμένο:

Κοιτάς

μα δε σαλεύεις

κλαις και γελάς

φωνάζεις μα δεν σ' ακούν.

(Ν.Ν.)

30 Ιουλίου 2009

Παρελθόν-Παρόν= 1. Στον κουβά.

Ένα παρελθόν πιο λαμπερό από μέλλον. Ένα μέλλον πιο ομιχλώδες από ποτέ – αυτό φοβάμαι. Πώς είναι να ζεις σε μια χώρα, που ότι κι αν συγκρίνεις είναι κατώτερο από το παρελθόν; Τις τελευταίες μέρες διαβάζω ένα εξαιρετικό βιβλίο του McEwan, το “Εξιλέωση”, και μου είναι πολύ δύσκολο να συγκεντρωθώ. Σχεδόν αδύνατο. Περνούν από το μυαλό μου όλα αυτά τα σημεία των καιρών. Με έναν πρωθυπουργό κατώτερο των περιστάσεων -χειρότερο από οποιονδήποτε προηγούμενο (ναι και του Μητσοτάκη)-, με ένα λογοκριμένο βίντεο του σημαντικότερου, ίσως, εν ζωή Έλληνα σκηνοθέτη, με μια γενιά που tagεται και pok(e)άρει, με έναν Δήμαρχο -ή μάλλον από έναν (βλέπε Αθήνα και Θεσσαλονίκη) που έχουν πάρει την ανικανότητα αγκαλιά και της δίνουν φιλιά, με ένα πολιτικό σύστημα πιο φθαρμένο από ποτέ, με μια κοινωνία πιο διεφθαρμένη από ποτέ και από μια απούσα πνευματική ηγεσία, που έχει αντικατασταθεί από ένα τρισάθλιο/γελοίο/αστείο/κωμικοτραγικό/μπερλουσκονικό star system. Ναι, κυρίες και κύριοι, νεο-έλληνες και νέο-ελληνίδες, ας περάσουμε να πάρουμε το βραβείο μας, που από το 1950 μέχρι σήμερα, έχουμε μεταλλαχτεί παντελώς.
Δεν είναι, σχεδόν, τραγικό πως στην δεκαετία του '50, οι αστέρες που απασχολούσαν τα μέσα ήταν ο Σεφέρης, ο Καζαντζάκης, ο Παλαμάς, η Λαμπέτη και ο Χορν, ενώ σήμερα μας απασχολεί η Πετρούλα, ο Ζορό/Νομάρχης, τα στήθη της τάδε και όλοι αυτοί που εμφανίζονται στα τηλεσκουπίδια; Δεν είναι, απλά συνταρακτικό; Δώστε του λίγο χρόνο και είμαι σίγουρος πως θα καταλήξετε στο ίδιο συμπέρασμα. Για σκεφτείτε, μόνο, την απόσταση που χωρίζουν όλους αυτούς, για να μην μιλήσουμε για τις πράξεις τους; Να γράψω ένα δοκίμιο ή να βάλω σιλικόνη στα βυζιά μου; Ιδού η απορία. Δεν ξέρω αν συμφωνείτε, και θα εκτιμούσα την γνώμη σας. Για το δικό μου μυαλό είναι απλά ασύλληπτο, να ασχολούμαι με το αν η συμπαθέστατη, κατά τα άλλα, Χρηστίδου, θήλασε το μωρό της on air ή αν η Τατιάνα υπέγραψε στο τάδε κανάλι. Με μας τί γίνεται ρε παιδιά; Ή για να χρησιμοποιήσω την αγαπημένη μου έκφραση, του λατρεμένου Αυλωνίτη, πού πάμε ωρέ πουουου πάμε; Πουθενά, απαντώ.
Από τη μία, η μεσαία τάξη, που όπως πάντα, φοβάται τις αλλαγές και ικανοποιείτε με την παρούσα κατάσταση στο φόβο μήπως τα πράγματα αλλάξουν και επιστρέψουν στη χαμηλότερη, με μια χαμηλή/εργατική τάξη που μάχεται στον αδυσώπητο αγώνα της επιβίωσης, με μια μεγαλομεσαία τάξη που προσπαθεί να γίνει celebrity και με μια μεγαλοαστική τάξη, που απλά τρίβει τα χέρια της. Δεν ήταν έτσι όμως. Ποτέ δεν ήταν. Ακόμα και στην σκληρή Βρετανική αστική τάξη που περιγράφει ο McEwan, ο πλούσιος γαιοκτήμονας βοηθά τον γιο της παραδουλεύτρας να σπουδάσει – να μορφωθεί-να αλλάξει. Εδώ, σ'αυτή τη νεοελληνική κοινωνία που ζούμε, επιτρέπουμε σε όλους αυτούς να δίνουν στον Τσίλντρες (ή όπως αλλιώς λένε αυτός ο τύπος, που μοιάζει με τον πρωταγωνιστή του Scary movie που όλο την έπινε), αλλά δεν μπορούν να στηρίξουν μια εφημερίδα, να στηρίξουν ένα εργοστάσιο.
Από την άλλη, έχουμε μια κυβέρνηση που με τρομάζει. Με αγχώνει και με τρομοκρατεί. Με έναν επικεφαλή αυτής, που προκαλεί καταιγισμό αρνητικών σχολίων στο Ευρωπαϊκό στερέωμα. Δεν θα πω άλλα. Απλά να ξέρουμε πως είχα διαβάσει μία έρευνα που ανέλυε ότι οι πρωθυπουργοί των χωρών/μελών της ΕΕ είναι κατά κάποιον τρόπο ο καθρέφτης του μέσου πολίτη. Να με συμπαθάτε αλλά εμένα δεν θέλω να με ταυτίζουν με τον Κωστάκη.
Δεν ξέρω το σκοπό αυτού του post. Είναι η πρώτη φορά που ήθελα να κάνω ψυχανάλυση, αλλά μιας και αντιπαθώ τους ψυχαναλυτές, είπα να μιλήσω σ΄εσάς. Καλημέρα. Πέρα, ως πέρα. ( Ελπίζω να μην είναι κανείς ψυχαναλυτής και παρεξηγηθεί. Αν υπάρχει κανείς ανάμεσά σας, εσένα σε συμπαθώ, τους άλλους εννοούσα).