7 Αυγούστου 2009

Requiem for a dream.

Λυπάμαι. Δυο μέρες πριν. Κατέβαινα το δρόμο. Σε είδα αριστερά να περπατάς. Σκέφτηκα να σταματήσω να σου πω καλημέρα. Είχα καιρό να σε δω. Καλοκαίρι. Μας αποδιοργανώνει. Είπα δεν βαριέσαι. Αύριο. Το αύριο, που ποτέ δεν έφτασε. Σήμερα έφυγες. Δεν υπάρχει Θεός. Όχι για σένα. Γενικά. Για όλους. Δεν μπορεί να υπάρχει. Τέλος. Το τέλος. Πάνε 13 χρόνια πριν. Έκανες μια γενναία πράξη. Πήρες ένα πλάσμα. Η μάνα του δεν το ήθελε. Ή μάλλον στα 17, δεν ξέρεις αν το θέλεις. Κι εσύ το πήρες. Μαζί με κείνη. Πιο καλοί από φυσικοί γονείς. Κανονικοί γονείς. Όπως πρέπει. Και σήμερα έφυγες. Και σ'αγαπούσε τόσο. Πως να πιστέψεις πως υπάρχει Θεός. Ένα πλάσμα διωγμένο από την πρώτη του μάνα. Να χάνει τον πατέρα, που τη μεγάλωσε μέχρι εδώ. Και σου ΄χε αδυναμία. Φοβάμαι να την αντιγκρίσω. Εγώ την βάφτισα. Κούκλα σωστή. Σας αγάπησα και τοςυ δυο. Μόλις έμαθα για την υιοθεσία. Πήδηξα. Ήθελα εγώ να τη βαφτίσω. Να συμμετάσχω. Να το νοιώσω. Να νοιώσω το θαύμα της λύκαινας που μεγαλώνει τα παιδιά του ανθρώπου. Χωρίς ανάγκη για επιβεβαίωση. Αγάπη χωρίς αντάλλαγμα. Αγάπη αληθινή. Αγάπη, σκέτο. Και σήμερα έφυγες. Κι εγώ δεν σταμάτησα να σου πω ένα γεια προχθές. Και τώρα τίποτα. Και τώρα; Τί;
Δεν αντέχω τις κηδείες. Θέλω στη μόνη που θα πάω να είναι η δική μου. Δεν γίνεται αλλιώς. Αλλά και τώρα, δεν μπορώ να μην έρθω. Δεν θέλω να σε δω. Αλλά πρέπει. Πρέπει να αγκαλλιάσω αυτό το πλάσμα που σε λατρεύει. Και σε έχασε. Έχασε τη γη. Έχασε το φεγγάρι. Στην κρίση των 10. Ήσουν εκεί. Όταν έμαθε πως δεν είστε οι φυσικοί της γονείς της. Ένα παιδί στο σχολείο, της το είπε. Το είχε μάθει από τη μαμά του. Μαλώσανε και της το είπε. Ποιον να κατηγορήσεις. Το άλλο παιδί. Μάλλον όχι. Και εσύ ήσουν εκεί. Στα δέκα της ήθελε να φύγει από το σπίτι να βρει τη μαμά της. Να ρωτήσει γιατί την άφησε. Το αίωνιο ερώτημα Γιατί με άφησες; Γιατί; Εγώ θα σ'αγαπούσα. Δεν θα ήμουν βάρος. Τόσα ερωτήματα. Αναπάντητα. Κι εσύ εκεί. Τη στήριξες. Η αγάπη σου την έκανε να ανοίξει και πάλι φτερά. Να φύγει η κατάθλιψη. Να φύγει η πίκρα της απόρριψης από τη φυσική σου μάνα. Την έκανες καλό παιδί. Μέχρι τα 13. Και θα μείνει έτσι. Υπόσχεση. Αλλά γιατί; Ένα απέραντο γιατί. Χωρίς προειδοποίηση. Χωρίς αντίο. Ούτε ένα γεια.
Φοβάμαι να την δω. Φοβάμαι να την αντικρίσω. Τόσα πολλά γυρνούν στο μυαλό. Τόσα πολλά τα δάκρυα. Μουσκεύουν το πληκτρολόγιο. Μουσκεύουν τα δάχτυλα. Δεν ξέρω τί να πω. Δεν ξέρω τί να απαντήσω.

Σου αφιερώνω αυτό το χαϊκού. Γιατί οι άνθρωποι σαν κι εσένα, ένας λύκος της ζωής, γράφονται με το πρώτο κεφαλαίο. Άνθρωπος.

Δεν εισαι δώ έμεινένα κομμάτι ψυχή της ψυχής σου.

Αφιερωμένο όλο.

6 Αυγούστου 2009

Big in Japan!


Μούσκεμα. Τα κάναμε μούσκεμα αγαπητέ μου, μου είπε. Όπως τότε το 2002 στο Τόκυο Όταν αγκάλιαζες μια ξένη. Μια από κείνες. Τις κλέφτρες των “μαρμάρινων μνημείων” του Παρθενώνα. Τότε που η βροχή έπεφτε τουλούμι Και είχες μείνει εκεί. Είχες γίνει μούσκεμα από τη βροχή. Της αγκάλιαζες την πλάτη και τη φιλούσες στο λαιμό. Έτσι και τώρα. Σε μια άλλη ζωή. Στην επόμενη. Στη δεύτερη ευκαιρία. Θα γινόμουν κάτι άλλο. Το έχω αποφασίσει. Αρκεί να βρω έναν τρόπο να μου το υπενθυμίσω. Γιατί, ως γνωστόν, στην επόμενη θα ξεχάσουμε την προηγούμενη. Τί άλλο; θα ρωτήσετε και με το δίκιο σας. Πολύ απλά, θα γινόμουν κάτι που θα μου προσέφερε τη δυνατότητα να κάνω αυτά που θέλω, χωρίς αλλά. No matter what. No matter were. Θυμάμαι ένα βράδυ στο Τόκυο. Στο Roppongi. Ανάμεσα σε τόσους διαφορετικούς ανθρώπους. Ανάμεσα σε ανθρώπους 20 εκατοστά κοντύτερους και με σχιστά μάτια. Τόσο, μα τόσο εξωτικούς, στα δικά μου μάτια. Τόσο, μα τόσο, διαφορετικός στα δικά τους μάτια. Αυτό ήμουν. Θυμάμαι χαρακτηριστικά να με πλησιάζουν και να με ρωτούν από πού είμαι. Από την (Γ)Κα(β)λαμάτα, σκεφτόμουν. Αλλά φυσικά το κρατούσα για μένα. Από την Ελλάδα, έλεγα. Τόσο θαυμασμός χωρίς να κάνω τίποτα. Είναι επειδή δεν έχετε έρθει, έλεγα χαριτολογώντας, και φυσικά το έπαιρναν για αστείο. Ενώ δεν είναι.

Θυμάμαι ένα βράδυ, λοιπόν, σε ένα μπαρ. Όχι το Ναυάγιο. Ούτε ο Ναυαγός. Δεν θυμάμαι το όνομά του. Σ' εκείνο το μέρος έχω γνωρίσει το απόλυτο. Όμορφες βορειοαμερικανίδες, ζάπλουτες, να ξοδεύουν τα χρήματα των συζύγων με άνεση. Αγόρια να πουλούν και να αγοράζουν τον έρωτα. Κι εγώ εκεί. Να μην στέκομαι αλλά να παρακολουθώ. Στο χορό μιας μουσικής που σε ταξιδεύει, με τα τζαπόνια γύρω σε μαι έκσταση. Χωρίς λόγο. Αλλά αλλού. Στο κάτι διαφορετικό. Στο κάτι καινούριο. Πολύ ήθελα να μείνω στο Τόκυο, τότε. Πιο αποφασισμένος Πιο σίγουρος. Σε έναν κοσμοπολίτικο παροξυσμό, που σου αρέσει. Παρασύρεσαι. Ξέρω, δική σου είναι η έκφραση. Μη μου κρατάς κακία, σου δίνω τα εύσημα. Ξέρεις πως θέλω να είμαι εντάξει μαζί σου. Και είμαι. Να ξέρεις. Και όταν θα είμαι, θα είμαι 100%. Σε έναν κοσμοπολίτικο αέρα. Σήμερα εδώ και αύριο εκεί. Σε εκείνο το μπαρ ενηλικιώθηκα ψυχικά, ανάμεσα σε έναν κόσμο, που αμυδρά θυμάμαι, που δεν θα ξαναδώ. Σε έναν αέρα διαφορετικό. Στο Τόκυο, ο αέρας, φυσάει ανατολικός.

3 Αυγούστου 2009

Παρίσι Θεσσαλονίκη με σταράκια, ένα λευκό T-Shirt, ένα φουλάρι και ένα μαύρο παντελόνι All Saints. Part 2.


Νομίσατε πως η επίσκεψή μου στην μαγευτική πόλη του φωτός θα τελείωνε έτσι; Πάντα ένα καλό ξενύχτι μας οδηγεί σε ένα όμορφο πρωινό. Από δύο απόψεις. Τόσο του hangover, όσο και του χαρακτηριστικού περιπάτου, που κατα-ευχαριστιέμαι. Πάνε κάμποσα χρόνια, που ο δρόμος μου με είχε φέρει για περισσότερους από δύο μήνες στην Ιαπωνική κουλτούρα. Οι εβδομάδες στο Τόκυο, οι μέρες στο Γιαμάγκουτσι και η συναναστροφή με τον Ιαπωνικό λαό με έκαναν να αναθεωρήσω πολλά πράγματα. Το σημαντικότερο από αυτά, ήταν η σχέση μου με το περπάτημα και τη θάλασσα. Δυστυχώς, όχι το περπάτημα πάνω στη θάλασσα. Αυτά τα δύο δεν συνδέθηκαν. Ακόμα. Αλλά, θυμάμαι, χαρακτηριστικά, το καθημερινό, πολύωρο περπάτημα με την Ιαπωνική οικογένεια που με φιλοξενούσε. Τί έκανες μπαμπά στην Άπω Ανατολή; Ηρέμησα, παιδί μου. Γέμισα και έγινα άνθρωπος σωστός. Θα σε στείλω και σένα όταν έρθει η ώρα. Promise.

Αυτή τη φορά βρισκόμουν στην πιο φωτισμένη πόλη της Ευρώπης. Η πτήση μου ήταν στις 3 το μεσημέρι, οπότε το ξύπνημα ήταν βάναυσο. Το τηλέφωνο χτύπησε στις εννιά και η Marie ακούστηκε, από την άλλη μεριά του ακουστικού, με μια χαρωπή φωνή να φωνάζει: Nicola Nicola Bonjour! Σε δέκα λεπτά θα περνούσε να με πάρει με δύο Γάλλους φίλους, τον Jean-Paul και τον Louis. Gay artists. Αλλά πιο straight από πολλούς φίλους, που έχουν περάσει από τη ζωή μου. Το ταξί, ήταν ήδη στην είσοδο, που μας οδήγησε στην Place Madeleine. Μια έκθεση μοντέρνας τέχνης θα εγκαινιαζόταν την επόμενη εβδομάδα και η Marie -έχοντας ανταλλάξει, μαζί της, πολλές απόψεις, το προηγούμενο βράδυ, για το θέμα- ήθελε να την δω. Τα έργα θα φεύγανε στις 3, από το στούντιο του καλλιτέχνη και είχε συνεννοηθεί να τα ρίξουμε μια ματιά, προτού πάρουν το δρόμο της αιωνιότητας στην έκθεση που θα τα φιλοξενούσε (λεπτομέρειες για τον καλλιτέχνη και τα έργα σε επόμενο post, μην τα θέλετε όλα δικά σας). Ο καλλιτέχνης μάς υποδέχθηκε στην είσοδο, αν και γνωρίζαμε πως, μάλλον, δεν θα ήταν ο ίδιος εκεί. Άνοιξε την πόρτα για να φύγει, ακριβώς μόλις χτυπήσαμε για να μπούμε. Bonjour! Bonjour! Ca vas bien? Oh, tu es la grec? είπε με χαριτωμενιά. Je comprends Marie! Je comprends! είπε με νόημα, As tu t'aller! See you soon in Greece! είπε, καθώς το ασανσέρ έκλεινε τις σιδερένιες του πόρτες. Το στούντιο βρισκόταν σε ένα εκπληκτικό κτίριο, με ιστορία 2-3 αιώνων. Αυτό το σιδερένιο ασανσέρ, πάντα με γοήτευε και με μελαγχολούσε συνάμα, σκεπτόμενος όλους αυτούς που ζήσανε σε άλλες εποχές. Πιο αληθινές. Τότε, που ο έρωτας ήταν χρόνια ασθένεια. Και όχι γρίπη. Το στούντιο του, ήταν ένα χάλι. Αναμενόμενο. ΑΛΛΑ τα έργα ήταν μια μαγεία. Ένα αριστούργημα. Τα περισσότερα ήταν κατασκευές, ενώ κάποιοι πίνακες μου θύμιζαν μια μίξη των έργων του Pollock και του Modigliani. Κάτι τόσο, μα τόσο ιδιαίτερο. Τόσο ζωντανό, ταυτόχρονα και απόκοσμο. Τόσο πρωτοποριακό. Θα το δούμε στην Ελλάδα, τον επόμενο χειμώνα αν όλα πάνε καλά. Ανοίξαμε και σας περιμένουμε. Τώρα πήραμε φόρα.

Η ώρα είχε πάει, ήδη, περασμένες δέκα. Ο χρόνος μετρούσε αντίστροφα, γιατί στημία, έπρεπε να πάρω το λεωφορείο για το αεροδρόμιο. Ευτυχώς, περνούσε μπροστά από το ξενοδοχείο. Δεν θα έχανα το χρόνο μου με άσκοπες μετακινήσεις. Κατεβήκαμε τις σκάλες τρέχοντας, όλοι μαζί σαν μικρά παιδιά και σταματήσαμε ένα ταξί. Η Marie, είπε κάτι στον οδηγό, που δεν κατάλαβα. Αλλά, σύντομα το κατάλαβα. Montmartre. Ω τί μαγεία! Μαζί με μια δόση μελαγχολίας και θυμού, που πλανιόταν στη διάθεσή μου. Anger management. Αυτό χειάζομαι. Θυμόμουν, δυο χρόνια πριν, που ο δρόμος μου με είχε φέρει εδώ. Αλλά πιο πολύ μαγεία. Το τώρα είναι πιο σημαντικό, μου είπε η Marie, όταν με είδε να χάνομαι. Δεν ξέρω τί κατάλαβε και το γιατί. Όμως το πέταξε και ήταν σαν χειροβομβίδα, που τα διέλυσε όλα. Εκείνη τη στιγμή, σκέφτηκα να αλλάξω τα εισιτήρια. Αλλά, μάταιος κόπος, γιατί η πτήση της επόμενης ημέρας ήταν ήδη γεμάτη. Την μεθεπόμενη τα παιδιά θα φεύγανε διακοπές, οπότε σκέφτηκα καλύτερα να το επαναλάβω το χειμώνα. Τότε, το Παρίσι θα είναι ένα τρένο μακριά από το Λονδίνο. Tres bien! Η σκέψη μου, όμως, εκεί. Συγκαλυμμένη. Πώς να φύγεις από αυτό το δρόμο; Πως να φύγεις από όλα αυτά που σου γυρνάνε στο μυαλό;

Το ταξί μάς άφησε στους πρόποδες της Μονμάρτης. Εκεί, που για δεκαετίες όλα είναι μαγικά. Αναλλοίωτα Ο χρόνος σταμάτησε. Λες και στο χρονοντούλαπο της νιότης, αυτό το μέρος δεν έχει θέση. Θα είναι πάντα νέο και ζωντανό. Ο Louis, είχε κλείσει τραπέζι σε ένα τα πιο γνωστά μέρη για branch σε ολόκληρο Παρίσι. Το Le Pain Quotidien της ίδιας αλυσίδας branch shop, που είχα φάει αρκετές φορές στη Marylebone του Λονδίνου. Το τραπέζι μας περίμενε. Η ξύλινη επένδυση του εσωτερικού, μου θύμισε, λίγο, το δικό μας .ES, αλλά με τη διαφορά πως στο παράθυρο έβλεπα το μεγαλύτερο παζάρι της Γαλλικής πρωτεύουσας και καθόμουν δίπλα σε τρεις εκπληκτικούς τύπους. Καιρό είχα να γνωρίσω τόσο, μα τόσο δημιουργικούς και ενδιαφέροντες ανθρώπους. Ο Jean Paul, want to be ποιητής και επηρεαστής της Γαλλικής κοινωνίας, γόνος αστικής οικογενείας, που επαναστάτησε νωρίς. Το καταπίστευμα που του είχε αφήσει η γιαγιά του, ήταν αρκετό για δυο ζωές, όπως έλεγε χαριτολογώντας η Marie. Είχε θέμα με τις σεξουαλικές του επιλογές και τον πατέρα του, μου εκμυστηρεύτηκε η Marie. Αλλά, λίγο τον ένοιαζε πια. Ο Louis, ζωγράφος. Χωρίς πολλά χρήματα. Χωρίς πολλές ανάγκες. Οι δύο άλλοι φίλοι του, τον πιστεύανε τόσο πολύ, που στην ουσία τον συντηρούν, για να μην χρειάζεται να δουλεύει και να αφιερώνεται στην τέχνη του.Τελικά αυτά δεν υπάρχουν μόνο στις ταινίες. Απλά και ξεκάθαρα. Postman says.

Το πρωινό πλούσιο. Όλα βιολογικά. Η σαλάτα με λόλο ρόσο, άνηθο, βασιλικό, ντομάτα και η σως από λεμόνι, ξύδι και μαϊντανό, εκπληκτική. Τα αυγά με καραμελωμένα κρεμμύδια και σαλάμι από την πιο παλιά Γαλλική φάρμα ήταν μια ποίηση. Στη μέση, είχαμε μια σειρά από γαλλικά τυριά και σαλάμια. Ο καφές, espresso, και πολύ γρήγορα αποφασίσαμε να ανοίξουμε ένα κόκκινο γαλλικό κρασί. Η ώρα ήταν 11.30. Αλλά, μια καλή παρέα, πάντα θέλει ένα καλό κρασί. Ανοίξαμε ένα Chateau la Botte - Cuvee Prestige και μοσχομύρισε ο αέρας. Αξίζει τα λεφτά του. Δεν μας πήρε περισσότερο από τρία τέταρτα να το καταναλώσουμε και αποφασίσαμε να ανέβουμε το παζάρι και να αγναντέψουμε τη μαγευτική θέα του Παρισιού, από τον Καθεδρικό της Μονμάρτης. Και εκεί εικόνες. Πρόσφατες. Παλιότερες. Του μέλλοντος. Καθίσαμε στα σκαλοπάτια και οι συζητήσεις, οι εικόνες και οι λέξεις μαγικές. Σαν κι αυτές που βλέπεις στις ταινίες. Σαν κι αυτή που είδα στο Paris, je t'aime. Η ώρα πέρασε, μπήκαμε σε ένα ταξί και στη συνέχεια στο λεωφορείο. Η έκπληξη; Ήρθαν και οι τρεις μαζί μου στο αεροδρόμιο. Βλέπετε, οι Γάλλοι δεν αφήνουν ποτέ μια κουβέντα στη μέση. Η αναγγελία ακούστηκε, οι αγκαλιές παίρνανε και δίνανε και η επιστροφή ήταν απλά γεγονός. H Aegean μας φέρνει πιο κοντά.

Ο Σεπτέμβρης είναι κοντά. Ο Αύγουστος μπήκε. Τα πρωτοβρόχια δεν θα αργήσουν και θα έρθουν να εξιλεώσουν την κατάσταση. Ο ταχυδρόμος λειτουργεί με νερό κάτι σαν τα gremlins. Προς το παρόν καλές διακοπές στους αδειούχους, εγώ ετοιμάζομαι για ακόμα μια παράσταση. Αυτή, που η Marie με παρακάλεσε να της τηλεφωνήσω για να ακούσει την κορύφωση του έργου. Λέτε να παρανομήσω; Να τηλεφωνήσω κατά τη διάρκεια; Μετά από αυτό το διήμερο, να της χαλάσω το χατίρι;

Α καλό μήνα σας είπα; Καλό μήνα! Ευχαριστούμεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε!

*PS. Πάρτε και το πρώτο μου χαϊκού, εξαιρετικά αφιερωμένο:

Κοιτάς

μα δε σαλεύεις

κλαις και γελάς

φωνάζεις μα δεν σ' ακούν.

(Ν.Ν.)