11 Αυγούστου 2009

One day trip to Paris.


Πώς να αρνηθείς. Πώς να πεις το όχι. Το κουδούνι με ξύπνησε. Courier! Δέμα. Φιλοδώρημα. Άνοιγμα το δέμα. Τί να δω; Ένα πουγκί, με εισιτήρια για το Παρίσι και για την Έκθεση του Jean. Πρόσκληση για να μείνω στο σπίτι των γονιών της Marie. Μαζί ο Louis και ο Jean-Paul. Παρεάκι τρελό. Έπλυνα το πρόσωπο. Φόρεσα το άσπρο πουκάμισο και κατηφόρισα με τη vespa να πιω το πρωϊνό espresso στο γραφείο του Σπύρου. Έχω πάρει κλειδιά και δουλεύω το διδακτορικό εκεί, κάπου κάπου. Άνοιξα τον υπολογιστή. Μπήκα στα mail. Η απάντηση εστάλλει. Voyez-vous le Jeudi. Quel temps fait-il a Paris? Θα σας δω την Πέμπτη. Πώς είναι ο καιρός; To espresso ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν. Μαζί με αυτό το δώρο. Πώς να αρνηθείς; Αδύνατο. Έχω αγοράσει και καινούριο βιβλίο για το ταξίδι. Εντυπώσεις με την επιστροφή.



10 Αυγούστου 2009

Εμπρός. Πίσω.

Σε κείνη. Για κείνη. Που θέλει. Που θέλω.
Και μπήκε. Ή μπαίνει.
Παλεύει. Βρίσκει τοίχο.
Επιμένει. Τί να κάνω.
Ο ιδρώτας. Το μπροστά.
Να προχωρήσω. Να προχωρήσει.
Το Σαββατοκύριακο Πόσα τηλέφωνα.
Να δει τί κάνω. Με την απώλεια. Κι εσύ κανένα.
Η σύγκριση. Πάντα. Η σκληρή. Η απόλυτη.
Και σου φώναζα. Στη δεύτερη γραμμή εκείνη.
Κι εγώ σου φώναζα. Και η φωνή της.
Στο μετά. Μια ηρεμία. Κάτι θολό.
Ερωτικό. Καινούριο. Συνταρακτικό
Ένα καινούριο σκίρτημα. Καινούριας αγάπης. Καινούριας ζωής.
Ο επιθανάτιος ρόγχος.
Κι εγώ εδώ. Μεταξύ εκεί και εδώ. Το εκεί είναι κοντά.
Το χωρίζει ο χρόνος. Όχι ο χώρος.
Σ' ευχαριστώ. Για τα τηλέφωνα. Το Σαββατοκύριακο.
Μόλις έμαθες. Χωρίς να το πω. Το κατάλαβες.
Σ' ευχαριστώ.

7 Αυγούστου 2009

Requiem for a dream.

Λυπάμαι. Δυο μέρες πριν. Κατέβαινα το δρόμο. Σε είδα αριστερά να περπατάς. Σκέφτηκα να σταματήσω να σου πω καλημέρα. Είχα καιρό να σε δω. Καλοκαίρι. Μας αποδιοργανώνει. Είπα δεν βαριέσαι. Αύριο. Το αύριο, που ποτέ δεν έφτασε. Σήμερα έφυγες. Δεν υπάρχει Θεός. Όχι για σένα. Γενικά. Για όλους. Δεν μπορεί να υπάρχει. Τέλος. Το τέλος. Πάνε 13 χρόνια πριν. Έκανες μια γενναία πράξη. Πήρες ένα πλάσμα. Η μάνα του δεν το ήθελε. Ή μάλλον στα 17, δεν ξέρεις αν το θέλεις. Κι εσύ το πήρες. Μαζί με κείνη. Πιο καλοί από φυσικοί γονείς. Κανονικοί γονείς. Όπως πρέπει. Και σήμερα έφυγες. Και σ'αγαπούσε τόσο. Πως να πιστέψεις πως υπάρχει Θεός. Ένα πλάσμα διωγμένο από την πρώτη του μάνα. Να χάνει τον πατέρα, που τη μεγάλωσε μέχρι εδώ. Και σου ΄χε αδυναμία. Φοβάμαι να την αντιγκρίσω. Εγώ την βάφτισα. Κούκλα σωστή. Σας αγάπησα και τοςυ δυο. Μόλις έμαθα για την υιοθεσία. Πήδηξα. Ήθελα εγώ να τη βαφτίσω. Να συμμετάσχω. Να το νοιώσω. Να νοιώσω το θαύμα της λύκαινας που μεγαλώνει τα παιδιά του ανθρώπου. Χωρίς ανάγκη για επιβεβαίωση. Αγάπη χωρίς αντάλλαγμα. Αγάπη αληθινή. Αγάπη, σκέτο. Και σήμερα έφυγες. Κι εγώ δεν σταμάτησα να σου πω ένα γεια προχθές. Και τώρα τίποτα. Και τώρα; Τί;
Δεν αντέχω τις κηδείες. Θέλω στη μόνη που θα πάω να είναι η δική μου. Δεν γίνεται αλλιώς. Αλλά και τώρα, δεν μπορώ να μην έρθω. Δεν θέλω να σε δω. Αλλά πρέπει. Πρέπει να αγκαλλιάσω αυτό το πλάσμα που σε λατρεύει. Και σε έχασε. Έχασε τη γη. Έχασε το φεγγάρι. Στην κρίση των 10. Ήσουν εκεί. Όταν έμαθε πως δεν είστε οι φυσικοί της γονείς της. Ένα παιδί στο σχολείο, της το είπε. Το είχε μάθει από τη μαμά του. Μαλώσανε και της το είπε. Ποιον να κατηγορήσεις. Το άλλο παιδί. Μάλλον όχι. Και εσύ ήσουν εκεί. Στα δέκα της ήθελε να φύγει από το σπίτι να βρει τη μαμά της. Να ρωτήσει γιατί την άφησε. Το αίωνιο ερώτημα Γιατί με άφησες; Γιατί; Εγώ θα σ'αγαπούσα. Δεν θα ήμουν βάρος. Τόσα ερωτήματα. Αναπάντητα. Κι εσύ εκεί. Τη στήριξες. Η αγάπη σου την έκανε να ανοίξει και πάλι φτερά. Να φύγει η κατάθλιψη. Να φύγει η πίκρα της απόρριψης από τη φυσική σου μάνα. Την έκανες καλό παιδί. Μέχρι τα 13. Και θα μείνει έτσι. Υπόσχεση. Αλλά γιατί; Ένα απέραντο γιατί. Χωρίς προειδοποίηση. Χωρίς αντίο. Ούτε ένα γεια.
Φοβάμαι να την δω. Φοβάμαι να την αντικρίσω. Τόσα πολλά γυρνούν στο μυαλό. Τόσα πολλά τα δάκρυα. Μουσκεύουν το πληκτρολόγιο. Μουσκεύουν τα δάχτυλα. Δεν ξέρω τί να πω. Δεν ξέρω τί να απαντήσω.

Σου αφιερώνω αυτό το χαϊκού. Γιατί οι άνθρωποι σαν κι εσένα, ένας λύκος της ζωής, γράφονται με το πρώτο κεφαλαίο. Άνθρωπος.

Δεν εισαι δώ έμεινένα κομμάτι ψυχή της ψυχής σου.

Αφιερωμένο όλο.

6 Αυγούστου 2009

Big in Japan!


Μούσκεμα. Τα κάναμε μούσκεμα αγαπητέ μου, μου είπε. Όπως τότε το 2002 στο Τόκυο Όταν αγκάλιαζες μια ξένη. Μια από κείνες. Τις κλέφτρες των “μαρμάρινων μνημείων” του Παρθενώνα. Τότε που η βροχή έπεφτε τουλούμι Και είχες μείνει εκεί. Είχες γίνει μούσκεμα από τη βροχή. Της αγκάλιαζες την πλάτη και τη φιλούσες στο λαιμό. Έτσι και τώρα. Σε μια άλλη ζωή. Στην επόμενη. Στη δεύτερη ευκαιρία. Θα γινόμουν κάτι άλλο. Το έχω αποφασίσει. Αρκεί να βρω έναν τρόπο να μου το υπενθυμίσω. Γιατί, ως γνωστόν, στην επόμενη θα ξεχάσουμε την προηγούμενη. Τί άλλο; θα ρωτήσετε και με το δίκιο σας. Πολύ απλά, θα γινόμουν κάτι που θα μου προσέφερε τη δυνατότητα να κάνω αυτά που θέλω, χωρίς αλλά. No matter what. No matter were. Θυμάμαι ένα βράδυ στο Τόκυο. Στο Roppongi. Ανάμεσα σε τόσους διαφορετικούς ανθρώπους. Ανάμεσα σε ανθρώπους 20 εκατοστά κοντύτερους και με σχιστά μάτια. Τόσο, μα τόσο εξωτικούς, στα δικά μου μάτια. Τόσο, μα τόσο, διαφορετικός στα δικά τους μάτια. Αυτό ήμουν. Θυμάμαι χαρακτηριστικά να με πλησιάζουν και να με ρωτούν από πού είμαι. Από την (Γ)Κα(β)λαμάτα, σκεφτόμουν. Αλλά φυσικά το κρατούσα για μένα. Από την Ελλάδα, έλεγα. Τόσο θαυμασμός χωρίς να κάνω τίποτα. Είναι επειδή δεν έχετε έρθει, έλεγα χαριτολογώντας, και φυσικά το έπαιρναν για αστείο. Ενώ δεν είναι.

Θυμάμαι ένα βράδυ, λοιπόν, σε ένα μπαρ. Όχι το Ναυάγιο. Ούτε ο Ναυαγός. Δεν θυμάμαι το όνομά του. Σ' εκείνο το μέρος έχω γνωρίσει το απόλυτο. Όμορφες βορειοαμερικανίδες, ζάπλουτες, να ξοδεύουν τα χρήματα των συζύγων με άνεση. Αγόρια να πουλούν και να αγοράζουν τον έρωτα. Κι εγώ εκεί. Να μην στέκομαι αλλά να παρακολουθώ. Στο χορό μιας μουσικής που σε ταξιδεύει, με τα τζαπόνια γύρω σε μαι έκσταση. Χωρίς λόγο. Αλλά αλλού. Στο κάτι διαφορετικό. Στο κάτι καινούριο. Πολύ ήθελα να μείνω στο Τόκυο, τότε. Πιο αποφασισμένος Πιο σίγουρος. Σε έναν κοσμοπολίτικο παροξυσμό, που σου αρέσει. Παρασύρεσαι. Ξέρω, δική σου είναι η έκφραση. Μη μου κρατάς κακία, σου δίνω τα εύσημα. Ξέρεις πως θέλω να είμαι εντάξει μαζί σου. Και είμαι. Να ξέρεις. Και όταν θα είμαι, θα είμαι 100%. Σε έναν κοσμοπολίτικο αέρα. Σήμερα εδώ και αύριο εκεί. Σε εκείνο το μπαρ ενηλικιώθηκα ψυχικά, ανάμεσα σε έναν κόσμο, που αμυδρά θυμάμαι, που δεν θα ξαναδώ. Σε έναν αέρα διαφορετικό. Στο Τόκυο, ο αέρας, φυσάει ανατολικός.