1 Σεπτεμβρίου 2009

Με πιάνει Κρίση.

Κι άμα με πιάσει τίποτα δεν μπορεί να με κρατήσει. Τραγουδάει γνωστός βορειοελλαδίτης βάρος του Ελληνικού λαϊκού πενταγράμμου και εκεί σταματάνε τα κοινά μας στοιχεία. Μας πιάνει κρίση. Σε μια νεοελληνική κοινωνία που κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Με ένα πρωθυπουργό Νέρωνα. Με εθνικές σταρ, που διακρίθηκαν πρώτα στο αρχαιότερο επάγγελμα και μετά σε αυτό που κάνουν τώρα. Με βουλευτές, που το ετήσιο φορολογητέο εισόδημα να ξεπερνά το ένα εκατομμύριο ευρώ. Με εκκλησιαστικούς ηγέτες που αποκαλούνται μεταξύ τους με γυναικεία ονόματα. Με εργολάβους, που ασχημαίνουν ολοένα και περισσότερο την καθημερινότητά μας. Με τον πολιτισμό αυτής της χώρα να περιορίζεται στο Λούτσο και την Όλγα Φαρμάκη (την οποία κατά τα άλλα συμπαθώ ε;). Με δημοσιογράφους που είτε φλερτάρουν με την ανηθικότητα, είτε κάνουν παραμεθόριο Με το Δημόσιο να υπολειτουργεί. Με τους bloggers, να κινδυνεύουν με αφαίρεση του λόγου (και του χώρου) αν μιλήσουν έξω από τα δόντια. Με έναν λαό που πλανιέται. Με μια πλάνη που λαϊκίζει. Με ένα αύριο που είναι αμφίβολο.


Την Κυριακή, παρακολουθούσα τις Χοηφόρες του Αισχύλου στο Θέατρο Δάσους. Στην κορύφωση του έργου, εκεί που ο δύσμοιρος Ορέστης πηγαίνει να υλοποιήσει τους χρησμούς του Φοίβου, να σκοτώσει δηλαδή τη μάνα του ακούγεται το soundtrack του έργου - κάποιο λαϊκό άσμα του Ρέμου - από κάποιο κοντινό γάμο. Φυσικά, δεν σταμάτησαν εκεί. Ακούσαμε έναν Ορέστη με ήχο “Πω πω πω Μαρία πω πω πω Μαρία Σ' αγαπώ”, το “Παπάκι πάει στην ποταμιά”, που όπως καταλαβαίνεται πηγαίνει για Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου. Δύσμοιρη πόλη. Είμαστε αναγκασμένοι τόσοι άνθρωποι να συνδέσουμε τη ζωή μας με ένα ζευγάρι που δεν γνωρίζουμε. Φυσικά, η Κονιόρδου δεν άντεξε και στο τέλος του έργου ζήτησε συγνώμη και εξέφρασε τα παράπονά της πως 30 χρόνια στο Θέατρο δεν έχει ξαναζήσει κάτι τέτοιο. Εδώ, είναι Thessalllllllloniki Λυδία. Μπουζουκομάνα, αγάπη μου.