17 Ιουλίου 2008

Μνήμες που δεν θα σβήσουν.

Το φετινό καλοκαίρι είναι ιδιαίτερα περίεργο. Έχει περάσει ένας, σχεδόν, χρόνος από τις φονικές φωτιές του 2007 και ήρθαν οι φονικοί σεισμοί. Η κυβέρνηση για ακόμη μία φορά εμφανίζεται ασυνεπής να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των –μη- πράξεών της. Έτσι, υπάρχουν άνθρωποι που, ακόμα, ζουν σε σπίτια κατεστραμμένα από τη φωτιά. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν συνήλθαν ποτέ. Χάθηκαν, όπως η φωτιά κατέστρεφε κάθε τι δικό τους. Στην Ελλάδα του 2008, όμως, υπάρχουν και οι παραλήπτες των αποζημιώσεων (ψήφος και 3χίλιαρο), υπάρχουν και οι κερδοσκόποι (στην εποχή του παππού μου, βλέπετε, αυτούς τους λέγαμε μαυραγορίτες), οι τοκογλύφοι (στην εποχή τη δική μου, αυτούς τους λέμε –τράπεζες-) καθώς και οι πολιτικοί. Οι πολιτικοί, που δεν λένε να πάνε σπίτι τους. Εδώ, ολόκληρο κομμουνιστικό καθεστώς κατέρρευσε, αυτούς δεν τους κουνάει κανείς. Αυτοί, δεν αντιλαμβάνονται πως το γεγονός ότι όλοι οι φυσιολογικοί άνθρωποι επιθυμούν διακαώς να συνταξιοδοτηθούν και να αράξουν, ενώ αυτοί δεν αφήνουν την καρέκλα τους παρά μόνο όταν ο μεγαλοδύναμος τους καλέσει, είναι από μόνο του μεμπτό. Και ύποπτο. Έχουν τάξει τον εαυτό τους στη σωτηρία της πατρίδας δηλαδή; Ας γελάσω..

Σαν να μην μας έφταναν όλα αυτά, ήρθε και η Μίζενς. Σαν να μην έφτανε από μόνη της η παγκόσμια, απαξίωση του σοσιαλισμού, η καταδίκη του συντηρητισμού και της πλουτοκρατίας, του εθνικισμού και του φανατισμού, μας φέρανε και εισαγόμενα προϊόντα. Αλλά κανείς δεν μπορεί να αντιδράσει. Τώρα ο κόσμος έχει σημαντικότερα προβλήματα, όπως: το να πληρώσει τις δόσεις στην τράπεζα για να μην του πάρουν σπίτι, αυτοκίνητο, γυναίκα και παιδιά. Πού χρόνος για επαναστάσεις! Εδώ δεν έχουμε λεφτά για βενζίνη. Δεν είναι και αυτό, όμως, από μόνο του μεμπτό; Αυτή η οικονομική εξαθλίωση του κοινωνικού ιστού και η μεταμόρφωσή του σε μια –ανίκανη-να αντιδράσει «οπαδοποιημένη» στρατιά ζόμπι, δεν είναι από μόνη της μεμπτή; Και το πιο στενάχωρο, από όλα, είναι το γεγονός πως οι πολιτικές εξουσίες ανά την υφήλιο, έχουν παραδώσει τη μάχη προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, αμαχητί.

Το πρόβλημα ξεκινάει από τον ίδιο τον πολίτη. Από την δική μας ανικανότητα, να αντιληφθούμε τη χαρακτηριστική μας ανικανότητα. Διότι, δεν μπορώ να περιγράψω διαφορετικά την παρούσα κατάσταση. Της μιζοποίησης του κοινωνικού ιστού. Ναι! Όλου! Ή μάλλον όσων μπορούν. Έλεγα πρότινος σε μια παρέα, πως όπως ο περιπτεράς πουλάει τη μαστίχα 5 λεπτά, δηλαδή 17 δραχμές, αντί 5 δραχμών που την πουλούσε το 2001, έτσι έχει πράξει, στο μέγεθος που μπορεί, ο καθένας. Το δυσάρεστο είναι, πως αυτοί οι λίγοι που είναι έντιμοι, ή καλύτερα κοινωνικά ευσυνείδητη, την έχουν βαμμένη. Ας θυμηθούμε τα λόγια του Άλμπερτ Αϊνστάιν πως «ο κόσμος είναι ένα επικίνδυνο μέρος όχι εξαιτίας αυτών που κάνουν το κακό, αλλά αυτών που το βλέπουν και δεν κάνουν τίποτα».

ΥΓ. Σπάω το κεφάλι μου γιατί δεν μπορώ να θυμηθώ από πού πήρα την φωτό. Μπορεί να βοηθήσει κανείς; Άντε!

14 Ιουλίου 2008

Ο ταχυδρόμος της πόλης. Or Walking on Gotham City. Thes-infos.


Ο Ιούνιος ήταν πάντα ο αγαπημένος μου μήνας. Τώρα που διανύουμε τον Ιούλιο αυτό είναι πιο ξεκάθαρο. Ξέγνοιαστες βόλτες, τα πρώτα παγωτά του καλοκαιριού και μυρωδιές άνοιξης/καλοκαιριού αναμεμειγμένες με αυτές γλυκών και φαγητών από παντού. Ιδιαίτερα στις μέρες μας, που η πόλη γίνεται πιο ενδιαφέρουσα. Κυρίως, με βάση τις ιδιωτικές πρωτοβουλίες και με τα όνειρα ανθρώπων, που έζησαν λίγες μέρες σε άλλες χώρες. Ανατολής και Δύσης. Για παράδειγμα, το παγωτό του Ιταλού στη Αλεξάνδρου Σβώλου, που για δεύτερη χρονιά, κερδίζει τις καρδιές μας. Κονταροχτυπιέται με αυτό που λίγες μήνες αργότερα άνοιξε στο ισόγειο του ιστορικού Ηλέκτρα Palace. Αριστουργηματικό φρέσκο παγωτό, όποιο από τα δύο επιλέξετε. Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη της ημέρας όταν εκμεταλλευόμενος το ρεπό μου, κατηφόρισα προς το κέντρο. Στη συνέχεια, και αφού γλύκανα τον ουρανίσκο μου, σκέφτηκα πως ήταν πια καιρός να γλυκάνω και το μυαλό μου με μια επίσκεψη στον ένα και μοναδικό Ιανό της Αριστοτέλους. Πήρα στα χέρια, χωρίς δεύτερη σκέψη, το «Café της Χαμένης Νιότης» του πολυβραβευμένου Πατρίκ Μοντιανό. Η Λουκί, έχει κλέψει και τη δική μου καρδιά, πέρα από όλων αυτών που πρωταγωνιστούν σ’ αυτό το «με μια ανάσα» μυθιστόρημα.

Αφού πήρα το βιβλίο μου παρα-μάσχαλα, κατηφόρισα μέχρι το Stretto στη διασταύρωση της Τσιμισκή με την Καρόλου Ντηλ. Ήρεμες φάτσες, σταθερό κοινό και για μένα μία ήσυχη γωνία για να απολαύσω τον καφέ μου. Εσπρέσσο με λίγη ζάχαρη, παρακαλώ. Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, ξέκλεψα λίγο χρόνο από την ανάγνωση του βιβλίου μου, για να διαβάσω τα θεατρικά «προσεχώς» αυτής της πόλης. Βλέπεται, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, δίνει πλέον βροντερό παρών στα δρώμενα αυτής της πόλης. Ένα μπράβο στον Νικήτα Τσακίρογλου και την ομάδα του. Ιδιαίτερα εύσημα στο team των ταμείων/εισιτηρίων, όπου κάθε βράδυ δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό, για να εξυπηρετήσουν όλους εμάς, τους ανυπόμονους . Κάνουν τη διαφορά. Εγώ, με αγωνία περίμενα την 9η Ιουλίου, για να παρακολουθήσω τον« Ορέστη», στο Θέατρο Δάσους. Πολλοί γνωστοί, αλλά κυρίως, καλοί ηθοποιοί, ανάμεσά στους ο Αλέκος Συσσοβίτης και η Ναταλία Δραγούμη, θα μας ταξιδέψουν σε μια άλλη εποχή. Η σκηνοθεσία του αμφιλεγόμενη. Αλλά έτσι δεν πρέπει αν είναι;

Στη συνέχεια, για ακόμα μία φορά, επισκέφτηκα το Peter Sport της Ερμού και με μεγάλη χαρά, αγόρασα τα νέα αθλητικά παπούτσια του καλοκαιριού. Που είναι, όμως, ίδια με τα παλιά. Αλλά καινούρια. Και άλλο χρώμα. Βλέπετε, με την κολεξιόν των All Star, θέλεις να τα έχεις όλα. Και ακόμα περισσότερα. Στη συνέχεια, με δύο σακούλες στο χέρι, διότι δεν άντεξα να μην προμηθευτώ και ένα μπλουζάκι από τη νέα κολεξιόν της Nike, και πάσχοντας από υπογλυκαιμία, κατευθύνθηκα επειγόντως σε ένα μικρό θησαυρό της Χρυσοστόμου Σμύρνης. Τη Σοκολατερί της Βιργινίας Λεβή. Μικρό, όσο πρέπει. Γλύκα με το παραπάνω. Τόσο από τις σοκολάτες, όσο και από τον κόσμο που σε σερβίρει. Σοκολατοπαράδεισος!

Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου πως στο ρεπό μου, το σπίτι δεν θα με έβλεπε. Κι έτσι, η μέρα συνέχισε κατά τον ίδιο τρόπο. Μεσημεριανό, δεν αξιώθηκα να φάω. Από τη μία, το γεγονός πως το βράδυ θα βγαίναμε για δείπνο, όπου ονειρευόμουν ένα ζουμερό κεμπάπ. Από την άλλη, οι γεύσεις του Le Frais, στο 4 της Αγίας Σοφίας, με οδήγησαν σε ένα γρήγορο μεσημεριανό-απογευματινό. Κάτι σαν απογευματινό brunch. Το κρύο σάντουιτς ψητών λαχανικών, απλά ασυναγώνιστο. Και τα παιδιά του service. Κάποιοι πελάτες είναι λίγο περίεργοι, αλλά το κατάστημα «ουδεμίαν ευθύνη φέρει». Κάθισα στα πράσινα καθίσματα του πεζοδρομίου και είχα την ευκαιρία να διαβάσω λίγες σελίδες, ακόμα, από το καινούριο μου βιβλίο. Τι μαγεία! Διάβαζα ένα βιβλίο, που το κυρίως σκηνικό διαδραματιζόταν σε γαλλικά καφέ, ενώ εγώ, καθόμουν στο πιο γαλλικό μικρο-καφέ της πόλης.

Η συνέχεια, για μένα, ήταν δεδομένη. Εκείνη, άλλωστε, με περίμενε στης αδερφής της. Να την παραλάβω και να τσακίσουμε κάθε ανατολίτικο έδεσμα του νέου Tike, στο Μύλο. Φαγητό, πολύ κοντά στην Ανατολή σε ένα περιβάλλον διαφορετικό. Πολύ καλό σέρβις και ο Μύλος, όπως πάντα μαγευτικός. Εκεί, έπειτα από άφθονη μπύρα και ωραία εδέσματα, η μέρα έκλεισε. Εν αναμονή της επόμενης αργίας μου και του ερχόμενου Σαββάτου. Ήδη η ξαπλώστρα μου με περιμένει στο Ναυαγό. Πρώτη στα δεξιά. Άντε να περιμένεις την Παρασκευή.